Δημιουργώ ονειρόκοσμους καθώς είμαι απόφοιτη από το πανεπιστήμιο της μαγείας των ονείρων που εδρεύει στις παρυφές του Ολύμπου και στις ράχες των κυμάτων της θάλασσας που δροσίζει τα πόδια του... Μικροί θεοί οι δημιουργοί, μικροί κληρονόμοι και κλαδάκια ενός πελώριου συμπαντικού δέντρου θετικής ενέργειας.

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

ΕΡΩΤΙΚΗ ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ...ΔΙΗΓΗΜΑ

Ένα διήγημα του φανταστικού, αφιερωμένο στις φίλες που αγαπούν αυτό το είδος!ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΝΟΜΙΚΑ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΟ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ Η  ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ.


Το παλιό σανατόριο της Αγριάς, βρισκόταν μόλις λίγα μέτρα μακριά απο το παράθυρό της. Γκρίζο και γεμάτο σκιές και ήχους , με τα σκοτεινά στοματα των παλιών του παραθύρων γεμάτα δόντια κάθετων σιδεριών και ψηλά σύρματοπλέγματα ολόγυρα από το προαύλιο του να το κάνουν ακόμη πιο απογορευτικα ανατριχιαστικό, με το λυκόφως να ξυπνά τα φαντάσματα κάτω απο τις σφαλιστές πόρτες και τους ξεθωριασμένους τοίχους, προκαλούσε έντονη έλξη στην Αλεξάνδρα.
Έφερε τα χέρια γύρω της και ανεβοκατεβάζοντας τις μικρές χούφτες προσπάθησε να ζεστάνει τα λεπτά της μπράτσα που αναρριγούσαν. Τί δουλειά είχε να παρατηρεί αυτό το κτίριο; Εφόσον είχε πάντοτε την ίδια επίδραση επάνω της... τη μαγνήτιζε σκοτεινά.

Τραβήχτηκε απο το παράθυρο και κοίταξε το μικρό της λάπτοπ που ήταν ανοιχτό εδώ και ώρα, σταματημένο στην ίδια μισοτελειωμένη λέξη παρακαλώντας για λύτρωση, για μια συνέχεια ή έστω, ένα σεβάσμιο τέλος. Δεν ήθελε να δημιουργήσει σήμερα, δεν είχε καμιά όρεξη. Είχε έρθει σε αυτή τη γωνιά του Ολύμπού, στην βορειοδυτική του κόψη που ήταν χωμένη μέσα σε χαράδρες και στενωπά, μόνο και μόνο για να απομονωθεί και να γράψει το θρύλερ που όφειλε ώστε να το παραδώσει μια ώρα αρχύτερα στον εκδοτικό της οίκο.
Είχε επιλέξει επίτηδες αυτό το συγκεκριμένο σπίτι και είχε πιστέψει πως το παλιό σανατόριο θα της προκαλούσε εμπνεύσεις ικανές να την μετατρέψουν σε ταχυδακτυλουργό του πληκτρολογίου. Όμως είχε αποτύχει οικτρά....
Τις περισσότερες ώρες της ημέρας εκείνο το κτίριο της προκαλούσε μια περίεργη έλξη, εισπράττοντας την περισσότερη της προσοχής της. Και το βράδυ...
Το βράδυ αισθανόταν πως κάποιος την κοιτούσε από εκεί μέσα και με έναν ξεχωριστό τρόπο την καλούσε κοντά του.
Στοιχειώνονταν απο μια παρουσία που ποτέ δεν έβλεπε αλλά που ήταν εκεί, που την καλούσε νοερά.
Η καρδιά της χτυπούσε τότε ξέφρενα με προσμονή, ζεσταινόταν και ίδρωνε νιώθοντας ανυπομονησία να τον συναντήσει, παρόλο που η θερμοκρασία παρέμενε εδώ και δυο εβδομάδες κάτω του μηδενός.
Στα όνειρα, -ή τους εφιάλτες της- έβλεπε πως άνοιγε την πόρτα, κατρακυλούσε στις παλιές σκάλες απο κόκκινο μωσαικό και έτρεχε ξυπόλητη στην τσιμεντένια αυλή, πριν βρεθεί στο δάσος και νιώσει κάτω απο τα πέλματά της το υγρό, χορταριασμένο χώμα... Λίγο πριν φτάσει στα μεγάλα κάγκελα του σανατόριου, πριν διαβεί το σκοτάδι για το φως, η μορφή ενός άντρα ξεχώριζε στο οπτικό της πεδίο.
Ψηλός με ακτινοβόλο δέρμα, ολόγυμνος κάτω απο το άπλετο φως μιας αστραφτερής πανσελήνου, άπλωνε το μακρύ του χέρι προς το μέρος της και την καλούσε σιωπηρά.
Η μορφή του υλική και άυλη, να αναβοσβήνει σα χαλασμένο ολόγραμμα, την γοήτευε. Έψαχνε με αγωνιώδη μάτια να καταχωρήσει κάποιο απο τα χαρακτηριστικά του, αλλά ήταν θολά σαν ένα διάφανο πέπλο να τα σκέπαζε κρατώντας τα απαγορευμένα για εκείνη.
Υπνωτισμένη όδευε προς τη μορφή που τη μαγευε, νιώθοντας την βραδινή ψύχρα βαθιά μέσα στα κόκκαλά της, σε μια κατάσταση ενδιάμεση ύπνου και ξύπνιου. Κι όλη αυτή την ώρα, αισθανόταν πως δε βρισκόταν μέσα στα παιχνίδια ενός ονείρου αλλά έπαιζε με την αλήθεια. Μια αλήθεια που κατέληγε άδοξα στο ίδιο πάντα αποτέλεσμα... Ξυπνούσε στα ανάκατα σεντόνια του μεγάλου της κρεβατιού, δίχως να τον έχει φτάσει, με τα ψηλά κάγκελα να παραμένουν φρουροί ανάμεσά τους κι εκείνη ανικανοποίητη.
Πονώντας εσωτερικά και εξωτερικά, με πόδια βρώμικα σαν να είχε πράγματι βαδίσει στο δάσος και μαλλιά υγρά και κατσαρωμένα σαν να τα είχε ποτίσει η νυχτερινή αύρα...
Απόψε είχε βιώσει και πάλι την ίδια κατάσταση. Είχε γίνει τόσο αφόρητη που την επηρέαζε πλέον και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Παρέμενε αφηρημένη για ώρες μπροστά στο παράθυρό της να προσπαθεί να συναντήσει την αγαπημένη μορφή χωρίς να κατανοεί γιατί το κάνει. Ήταν ένα ψέμα....Μια περίεργη αντίδραση του μυαλού της σε αυτό τον απομακρυσμένο και άγριο τόπο. Η απομόνωση της γεννούσε μανίες...
Κι έτσι, είχε αποφασίσει να φύγει...
Ένα βράδυ ακόμη και την επομένη θα έπαιρνε τα πράγματά της, θα πλήρωνε την γριούλα οικοδέσποινα που ζούσε στον κάτω όροφο αυτού του διώροφου παλαιού αρχοντικού και θα γυρνούσε στην Αθήνα. Είχε ήδη πακετάρει και η μεγάλη γκρι βαλίτσα της στεκόταν στην άκρη έτοιμη για το ταξίδι. Τα ρούχα του ταξιδιού περίμεναν απλωμένα στην πλάτη της σκούρης ξύλινης καρέκλας και τα καφέ της μποτάκια κούρνιαζαν στα πόδια της. Το βαλιτσάκι του λάπτοπ ανοιχτό στο μικρό τραπέζι, για να το δεχτεί όταν θα ήταν κι αυτό σιωπηλό και έτοιμο για αναχώρηση.
Ένα ακόμη βράδυ και μετά πίσω στην σύγχρονη πραγματικότητα.
Αναστέναξε βαθιά και ξάπλωσε στο παλιό, σιδερένιο κρεβάτι που έβγαλε τους γνωστούς σκληρούς ήχους. Το πιο περίεργο απο όλα ήταν πως βαθιά μέσα της αισθανόταν μια θλίψη που θα έφευγε. Μια έντονη θλίψη συνοδευμένη με απογοήτευση...Που τα όνειρα της δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα, που δεν κατάφερε ποτέ να έρθει σε επαφή με εκείνον, που δεν θα ένιωθε ποτέ ξανά την ίδια μυστηριακή έλξη, την ίδια ερωτική έξαψη...
Έκλεισε τα μάτια και ανάσανε βαθιά. Ίσως αυτή την τελευταία νύχτα να τον αντάμωνε, ίσως το όνειρο να άλλαζε σε πραγματικότητα... Ένα ηχηρό γέλιο ξέφυγε απο τα δροσερά της χείλη. Είχε αποτρελαθεί...τελείως...είχε χάσει κάθε λογικό ειρμό! Έπρεπε να συνέλθει και να επανέλθει στην πραγματικότητα γι αυτό και η απόφασή της να γυρίσει στον πολιτισμό ήταν η καλύτερη της ζωής της. Άνοιξε τα βλέφαρα νιώθοντας το αίμα να κυλάει γρήγορα στις φλέβες και την αδρεναλίνη να γεμίζει τα τοιχώματά τους. Ένταση και αγανάκτηση. Αυτά την κυρίευσαν. Είχε αφεθεί η ηλίθια να επηρεασθεί απο τις άγριες εικόνες και την βαριά ατμόσφαιρα του τόπου και είχε χάσει το στόχο της.
Αυτή δεν ήταν έτσι! Πήγε και ήρθε στο δωμάτιο εκνευρισμένη. Έπρεπε ώς τώρα να έχει λύσει τα μυστήρια ώστε να μπορεί να αφοσιωθεί στη δουλειά της. Είχε ξοδέψει άδικα χρόνο και χρήμα ερχόμενη εδώ, είχε αφήσει έναν υποψήφιο εραστή πίσω, είχε αποθυμήσει τους φίλους και τους συγγενείς, όλα μάταια...όλα....

Και τώρα, δεν της έμενε παρά να γυρίσει στον παλιό της εαυτό. Προσγειωμένη, πραγματίστρια και δυναμική...Ξεδιάλυνε πάντα τα θέματα που την αφορούσαν....Κι έτσι θα έκανε... Και τώρα...
Έσφιξε τις μικρές μπουνιές και στάθηκε στο παράθυρο κοιτώντας με λαμπερό βλέμμα το παλιό κτίριο απέναντι. Θα πήγαινε, τίποτε δεν θα την κρατούσε, ακόμη και αν το φως έσβηνε στις πλάτες του βουνού, ακόμη και αν τα πάντα έπαιρναν μια σκοτεινή όψη τριγύρω, ακόμη και αν θα είχε να αντιμετωπίσει τους ίδιους της τους φόβους αλλά και τις επιθυμίες....


 

Άνοιξε αποφασιστικά την ξεφτυσμένη απο την υγρασία, ξύλινη πόρτα και βγήκε στο μπαλκονάκι του δικού της ορόφου. Η νυχτερινή αύρα την καλοδέχτηκε με απαλά αγγίγματα και το σκοτάδι της έγνεψε απο μακριά πως είχε έρθει η δική του ώρα.
Έσφιξε τα χείλη αδιαφορώντας για την έντονη δράση της καρδιάς της στο στήθος και άρχισε να κατεβαίνε τα σκαλοπάτια με γρήγορα βήματα. Τίποτε δε θα τη σταματούσε απο το να ξεδιαλύνει το μυστήριο, να δει και να αναιρέσει με τα ίδια της τα μάτια όσα το επηρεασμένο απο το περιβάλλον μυαλό της έπλαθε, να σταματήσει να ονειροβατεί ανάμεσα στον κόσμο του πραγματικού και της αρρωστημένης και παθιασμένη της φαντασίας.
"Πας κάπου;"
Η ταλαντευόμενη φωνή της κυρίας Καταλίνα ερχόταν σε αντίθεση με την σκληρότητα του τόνου της αναγκάζοντας την Αλεξάνδρα να σταματήσει στη μέση της αυλής. Γύρισε απορημένη και αντίκρισε τα μισοασπρισμένα μαλλιά της σπιτονοικοκυράς της , τα υγρά, θολά, ολόμαυρα της μάτια που την εξερευνούσαν με ενδιαφέρον και έναν τόνο υποψίας και το χτυπημένο απο τον χρόνο, τριγωνικό πρόσωπο που κάποτε πρέπει να ήταν απίστευτα όμορφο.
"Μια βόλτα!" εξήγησε όσο πιο ανάλαφρα μπορούσε.
"Βόλτα μέσα στη νύχτα;"
"Γιατί όχι;" απάντησε ενοχλημένη απο αυτή τη μικρή ανάκριση. Η Καταλίνα δεν την είχε συνηθίσει σε τέτοιου είδους ερωτήσεις. Ούτε καν σε απλές συζητήσεις μιας και ήταν γυναίκα μοναχική και ήσυχη.
"Τα δάση μας κρύβουν κινδύνους..." την προειδοποίησε εκείνη.
Συνοφρυώθηκε. "Κινδύνους;"
"Μεγάλα ζώα...καταραμένα ζώα..."
Μια ανατριχίλα κατρακύλησε στη ραχοκοκκαλιά της κοπέλας. Πέρασε πίσω απο το αυτί τα σκούρα καστανά της μαλλιά και έγειρε το κεφάλι με απορία. "Τί εννοείτε λέγοντας...'καταραμένα;'"
"Αν πιεις ένα φλιτζάνι τσάι μαζί μου θα σου εξηγήσω!" χαμογέλασε τώρα η οικοδέσποινα και δίχως να περιμένει απάντηση γύρισε και μπήκε μέσα στην πελώρια γκρίζα θύρα του σπιτιού της.
 Η Αλεξάνδρα απόμεινε για λίγο να σκέφτεται την όλη συμπεριφορά αλλά κατέληξε πως ίσως να επρόκειτο για γεροντοκορίστικα τσαλίμια μιας παράξενης γριάς και την ακολούθησε.
 Ήταν η δεύτερη φορά που έμπαινε στον κομμάτι αυτό του διώροφο σπιτιού. Οι τοίχοι ήταν καλυμένοι με μια παλιά ταπετσαρία φορτωμένη με μωβ και λευκά λουλούδια, τα έπιπλα ήταν παλιά και η μυρωδιά τους βαριά, τρία κούτσουρα παραδομένα στη φωτιά έβγαζαν έναν ήχο ψυθιριστό στο τζάκι ξερνώντας τα απομεινάρια υγρασίας που έστεκε ακόμη στο εσωτερικό τους. Πλεκτά οικοτεχνήματα σκέπαζαν κάθε παλιό έπιπλο και ένα σκωροφαγωμένο χαλί, κάλυπτε τα παλιά πατώματα.
"Ορίστε" είπε η Καταλίνα και έριξε το αχνιστό υγρό σε ένα  λεπτεπίλεπτο φλιτζάνι και της το πρόσφερε.
 "Ευχαριστώ!"  
 Η ηλικιωμένη γυναίκα πήρε το δικό της φλιτσάνι και κάθισε σε μια κουνιστή ανοιχτόχρωμη ξύλινη καρέκλα. Αυτή έτριξε απο το βάρος της και έβγαλε έναν ακόμη πιο εκνευριστικό ήχο καθώς την ανάγκασε να κάνει ένα μικρό λύκνισμα.
 "Λοιπόν;" ρώτησε ανυπόμονα η κοπέλα καθώς αισθανόταν πως εκείνη της έτρωγε το χρόνο. "Θα μου λέγατε για ..."
"Για τους καταραμένους!" είπε εκείνη και στύλωσε τα μαύρα της μάτια στα γλυκά μελί της κοπέλας.
Γέλασε..."Υπάρχουν τέτοιοι;"
"Αν διαβάσεις λίγη μυθολογία θα μάθεις πως υπάρχουν!" η σιγουριά ήταν συνώνυμη της έκφρασής της.
"Γνωρίζω αρκετά απο την μυθολογία μας!" είπε με αδιαφορία εκείνη.
"Τότε," άφησε το φλιτζάνι της η ηλικιωμένη στο στρόγγυλο ξύλινο τραπεζάκι δίπλα στην κουνιστή καρέκλα και σταύρωσε τα χέρια στην κοιλιά της. "Τότε θα ξέρεις για τους λυκάνθρωπους της αρχαίας Ελλάδας."
Το γέλιο έγινε τεράστιο. "Λυκάνθρωπους;" τί αηδίες είναι αυτές, θα συμπλήρωνε με ευκολία.
"Δεν είναι καθόλου αστείο" εννοούσε κάθε κουβέντα και το ύφος της συνηγορούσε. "Ξεκινούν απο την αρχαία Ελλάδα ακόμη. Ο μύθος λέει πως, ο πρώτος Λυκάνθρωπος ήταν ο Λυκάων , γιος του Πελασγού και βασιλειάς της Αρκαδίας. Έκανε μια ανθρωποθυσία και τιμωρήθηκε σκληρά απο το Δία καθώς κάτι τέτοιο ήταν τρομερά απαγορευμένο για τους Ολύμπιους. Τον έκανε λύκο.." γέλασε πλατιά σα να την ευχαριστούσε αυτή η έκβαση. "Στα μέρη μας έγινε κάτι παρόμοιο και η κατάληξη ήταν ίδια..."
Είχε την αμέριστη προσοχή της τώρα.
 "Ο Άκρατος, ήταν ένας αριστοκράτης της περιοχής. Πλούσιος έμπορος γούνας αλλά δυστυχώς με λάθος στόχους και πιστεύω! Δε λάτρευε τους Ολύμπιους αλλά του Τιτάνες και θυσίαζε σε αυτούς ακόμη και τους καιρούς που επικρατούσε ο Δίας. Και οι Τιτάνες διψούσαν για ανθρώπινο αίμα....Φυσικά καταλαβαίνεις τη συνέχεια. Ο Άκρατος τιμωρήθηκε αλλάζοντας και για να υποφέρει περισσότερο, ο Διας τιμώρησε και τους τρεις του γιους. Όλοι γίνονταν λύκοι κατά τη διάρκεια της νύχτας καθημερινά και για το υπόλοιπο της ζωής τους που μαζι με την αλλαγή τους έγινε ατέλευτη. Καταραμένα πλάσματα βλέπεις...Βέβαια με το περασμα των αιώνων οι Καταραμένοι εξελίχθηκαν. Άρχισαν να ελέγχουν την μεταμόρφωσή τους, να γίνονται λύκοι τη στιγμή που ήθελαν και κατ εντολή, να μαγέυουν τα θύματά τους, καθώς κουβαλούσαν μια ξεχωριστή γοητεία, να σκοτώνουν και να ζευγαρώνουν με όποια γυναίκα επιθυμούσαν! Οι πράξεις τους, πότε βίαιες και πότε προκλητικές, ενόχλησαν τους ντόπιους και την κοινωνία που εξαπέλυσε κυνήγι καθώς οι Λυκάνθρωποι, είχαν μια ακόμη ικανότητα..."
"Ποια;" η ιστορία ήταν αστεία αλλά κατά κάποιο τρόπο της κινούσε το ενδιαφέρον. Ίσως βέβαια να έφταιγε και η γυναίκα που την εξιστορούσε ή το παλιό γεμάτο ήχους και μυρωδιές σπίτι καθώς και το περιβάλλον.
"Να δημιουργούν νέους Λυκάνθρωπους. Να μεταδίδουν τη μόλυνση της τιμωρίας τους. Ένα δάγκωμά τους κι έφτανε... για να σε μεταμορφώσουν σε τέρας!"
Είχε πάει μακριά το πράγμα. "Σα να βλέπω ταινία θρύλερ..." παραδέχτηκε η Αλεξάνδρα με περίεργη διάθεση. Ήθελε να χλευάσει αλλά δε μπορούσε. "Ίσως μια καλή ιδέα για το καινούριο μου βιβλίο..." κατέληξε.
"Βρίσκεις; Πού να δεις παρακάτω..." έμοιασε με απειλή αυτό.
Η κοπέλα μισόκλεισε τις βαριές της βλεφαρίδες.
 "Η κοινωνία λοιπόν θορυβήθηκε τόσο που τους κυνήγησε....Όλους" συνέχισε η Καταλίνα. "Τους εξολόθρευσε, με φωτιά και ασήμι. Το ασήμι σκοτώνει τους λυκάνθρωπους καθώς το θεωρείται ιερό μέταλλο, σχετίζεται με την ψυχή και με το φεγγάρι που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα όντα. Το φως....ΛΥΚ, σημαίνει φως στα αρχαία ελληνικά. Τα όντα λοιπόν αυτά, οι Λυκάνθρωποι, γίνονται πολύ φωτεινοί όταν θέλουν....όταν θέλουν να μαγέψουν" την ενημέρωσε με ύφος γεμάτο υποννοούμενα.  
"Όταν θέλουν να σε μαγέψουν..." επανέλαβε και σκέφτηκε το σώμα του άντρα που ποθούσε. Την φωτεινότητα που εξέπεμπε. Θα μπορούσε;  Αποκλείεται! "Αποκλείεται να είναι όλα αυτά αληθινά!" είπε τελικά.
"Μπορεί ναι, μπορεί και όχι!" έπαιξε μαζί της η Καταλίνα. "Ο θρύλος όμως φτάνει ως τις μέρες μας. Οι εξαγριωμένοι πολίτες σκότωσαν τα περισσότερα πλάσματα εκτός απο ένα. Αυτό κυκλοφορούσε αιώνες στα μέρη, δίχως να δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα, ώς τη στιγμή που θέλησε να δελεάσει την κόρη ενός Ισπανού γιατρού που είχε φτάσει στο σανατόριο το 1960. Την ξεμυάλισε και την έκανε να το ερωτευθεί! Ο πατέρας της έβλεπε το παιδί του να αλλάζει συμπεριφορά και χαρακτήρα κι έψαξε να βρει το λόγο αυτής της περίεργης αλλαγής. ¨Εμαθε για τον καταραμένο και του έστησε καρτέρι. Πολλοί λένε πως κατάφερε να τον πιάσει και να τον φυλακίσει για πάντα στο σανατόριο. Άλλοι πως ο Λυκάνθρωπος το έσκασε μαζί με την κόρη του γιατρού που πέθανε απο τη στεναχώρια του...."
"Κι εσείς;" ρώτησε με μισόκλειστες βλεφαρίδες η Αλεξάνδρα.
 Η Καταλίνα έμεινε για λίγο αμίλητη. Μετά σήκωσε τους ώμους. "Δεν ξέρω...άλλωστε είναι ένας θρύλος."
"Που σύμφωνα με τα λεγόμενά σας παίρνετε στα σοβαρά!"
"Γιατί όχι; Εδώ όλα είναι πολύ μυστηριακά. Η ατμόσφαιρα είναι διαφορετική απο κάθε άλλη μεριά της Ελλάδος."
Η Αλεξάνδρα αναστέναξε και σηκώθηκε. "Σας ευχαριστώ για την ιστορία!" είπε νιώθοντας περίεργα. Ήθελε και δεν ήθελε πια να πάει στο σανατόριο.
"Έκανα αυτό που έπρεπε...να σε προειδοποιήσω!" είπε η Καταλίνα δίχως να κουνηθεί απο τη θέση της.
 Την χαιρέτησε και βγήκε ακούγοντας πίσω της τον ήχο της κουνιστής καρέκλας. Βγήκε στο βραδινό πια ουρανό και κοίταξε διστακτικά προς το παλιό κτήριο που έχασκε γεμάτο φαντάσματα μακριά. Γύρισε να ανέβει στις σκάλες της μετανιωμένη. Δεν υπήρχε λόγος για περιπέτειες μια μέρα πριν την αναχώρηση.
 Μπήκε στο δωμάτιό της νιώθοντας ανάμεικτα συναισθήματα...Φόβο, αναστάτωση, απογοήτευση. Πήγε αργά προς το παράθυρό της και κοίταξε έξω για μια ακόμη φορά.
"Είμαι ηλίθια..." μουρμούρισε και γύρισε να ξαπλώσει. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε να ηρεμήσει. Όσο νωρίτερα κοιμόταν τόσο νωρίτερα θα σηκωνόταν και θα έφευγε απο εδώ. 
 Ο ύπνος όμως αργούσε να την αγγίξει. Αργούσε... και καθώς η νύχτα έπεφτε βαριά, το αλύχτισμα ενός λύκου ακούστηκε κάπου στο βάθος του δάσους, έξω απο το εξοχικό σπίτι. Ή μήπως ερχόταν απο το σανατόριο;
Ο ήχος πρόδιδε πόνο κι ένταση....Έτσι το αισθάνθηκε, έτσι το ένιωσε και ήταν αδύνατο να μην ανασηκωθεί. 
Την καλούσε... και η καρδιά της αντιδρούσε με ταχυκαρδία. Το αίμα της φούσκωσε στις φλέβες...Την καλούσε και αυτή δε μπορούσε να αντισταθεί....


  Το μεγάλο ζώο πήγε και ήρθε άτακτα και νευρικά πίσω απο το θολό και βρώμικο τζάμι. Ήταν εξασθενημένο, ανέπνεε βαριά και η μορφή του ήταν πιο λυπόσαρκη τα τελευταία εικοσιτετράωρα, σαν να εξαπλωνόταν μέσα στις φαρδιές του φλέβες μια μολυσματική ασθένεια που το κατέτρωγε με απίστευτη ταχύτητα.
 Το κάλεσμα του αίματος και της μοίρας ήταν τόσο έντονα που το είχαν διαλύσει, είχαν σκορπίσει τις ατέλευτες αντοχές του  και είχαν αλλάξει το ρου.  Εκείνη... δεν έπρεπε να φύγει. Αν την έχανε θα έχανε την ευκαιρία για πάντα! Ήταν ή τώρα ή ποτέ πια. Ήταν ζωή ή θάνατος.
Με μια ακόμη προσπάθεια στην οποία κατέβαλλε όλο το περίσσευμα δύναμης σήκωσε το κεφάλι και τέντωσε τον παχύ και γκρίζο λαιμό προς τον ουρανό για να βγάλει ένα ακόμη ουρλιαχτό, ένα ακόμη κάλεσμα πριν σωριαστεί με έναν δυνατό γδούπο στο βρώμικο πάτωμα εκτοξεύοντας γύρω του σύννεφα σκόνης.
 Η Αλεξάνδρα πετάχτηκε όρθια. Κάτι μέσα της γύριζε τα γρανάζια της ψυχής της σε τέτοιο ρυθμό που νόμιζε πως τα σπλάχνα της θα εκραγούν και κομμάτια τους θα εξαπλωθούν παντού γύρω. Το κάλεσμα ήταν για αυτήν, ήταν απόλυτα βέβαιη... έτσι ένιωθε... Ήταν...ήταν...κάτι που ένιωθε για πρώτη φορά στη ζωή της και στο οποίο δε μπορούσε να αντισταθεί. Έπρεπε να πάει! Δεν έπρεπε να  λιποψυχήσει τώρα. 
Σκέφτηκε την κυρία Καταλίνα και τα λόγια της και ξαφνικά, κόκκινος συναγερμός χτύπησε στο κεφάλι της. Υπήρχε κάτι, κάτω απο τα λόγια, πίσω απο τα νοήματα, πέρα απο τις εκφράσεις της ηλικιωμένης. Κάτι τρομαχτικό, που δεν είχε σχέση με τον ίδιο τον Λυκάνθρωπο και τους μύθους της περιοχής αλλά με κάτι άλλο που δεν ήταν σίγουρη πως μπορούσε να προσδιορίσει...Η διαίσθησή της, την ειδοποιούσε πως πέρα και πάνω απο όλα, θα έπρεπε να ξεφύγει, όχι απο τους μύθους αλλά από την προσοχή της Καταλίνας, αν ήθελε να κατευθυνθεί προς το σανατόριο.
 Δεν είχε φακό ή ακόμη και αναπτήρα αλλά οπλίστηκε με μια περίεργη αποφασιστικότητα, ένα σπρέυ πιπεριού που είχε πάντα στην τσάντα της και ένα μικρό μαχαίρι, από το κουζινάκι του δωματίου της και άνοιξε το παράθυρο. 
 Ακριβώς απο κάτω του ήταν η παλιά σκεπή ενός μικρού μπαλκονιού του κάτω ορόφου που τη βόλευε στην ιδιότροπη απόδραση της. Πέρασε το σώμα της έξω, στην υγρασία, στα γλιστερά κεραμίδια και το πυκνό πλέον σκοτάδι, φροντίζοντας να κινείται αργά και να κάνει απόλυτη ησυχία. Σε ένα σκοτεινό πεύκο παραδίπλα, μια κουκουβάγια έκρωξε βγάζοντας ένα ανατριχιαστικό ήχο που θα της πάγωνε το αίμα αν αυτό δεν έβραζε τούτη τη στιγμή.
  Προχώρησε με προσοχή επάνω στα κεραμίδια που μερικά απο αυτά, κινήθηκαν ελαφρά κάτω απο τα βήματά της τρομοκρατώντας την. Με κόπο, έφτασε στην υδροροή, γύρισε το μικρό της κορμί και κρεμάστηκε για να αφεθεί τελικά να πέσει στο υγρό χορτάρι και να προσγειωθεί με τον ποπό και μετά να αγγίξει το υγρό χώμα με την πλάτη. Έμεινε για λίγο ξέπνοη να κοιτά με πελώρια μάτια προς το σκοτεινό παράθυρο της κουζίνας του κάτω ορόφου, ακίνητη, σα να φοβόταν πως θα γίνει αντιληπτή. Πίσω απο τις βαριές κουρτίνες, ένα αχνό φως τρεμόπαιξε για λίγο πριν χαθεί στο βάθος, σαν ο ιδιοκτήτης να περνούσε από το ένα δωμάτιο στο άλλο κρατώντας ένα αναμένο κερί στα χέρια.
  Η καρδιά της χτύπησε σαν τρελή. Κάτι τη φόβιζε περισσότερο εκεί παρά στο δάσος πίσω της. Σηκώθηκε και γύρισε μπρούμυτα σχεδόν για να αρχίσει να προχωρά γρήγορα, μια όρθια και μια στα τέσσερα καθώς η μανία της να απομακρυνθεί από το παλιό αρχοντικό την έκανε να γλυστρά και να πέφτει στο νοτισμένο γρασίδι.
 Ψηλά, καρφιτσωμένο έντεχνα στο βελούδο πέτο του ουρανού, ένα ολόφωτο, ασπρουδερό φεγγάρι, έριχνε αχνό φως στα φαντάσματα των δέντρων και τα μεγάλα τους κλαριά που απλώνονταν με οργασμό πάνω απο το κεφάλι της.
  Έφτασε στο μικρό επαρχιακό δρόμο και στο ξέφωτό του, πριν τον προσπεράσει κι αυτόν και καταλήξει  στο κοντό σοκάκι και τον τέρμα του, που ήταν οι πανύψηλες σιδερένιες πόρτες του σανατόριου. Μια τεράστια, χοντρή αλυσίδα και ένα βαρύ λουκέτο κρεμόταν αγκαλιάζοντάς τες, κρατώντας τες φιλιωμένες στο χρόνο. Θα ορκιζόταν πως ήταν από καθαρό ασήμι αλλά δεν μπορούσε να διανοηθεί γιατί κάποιος θα χρησιμοποιούσε ένα τόσο ακριβό αντικείμενο για αυτό το λόγο.
  Έβγαλε τρέμοντας το μαχαίρι απο το μικρό της τζάκετ και προσπάθησε να παραβιάσει την κλειδαριά. Με τον ιδρώτα να κυλά στην πλάτη και τους κροτάφους της και ρίχνωντας κλεφτές ματιές γύρω τρομαγμένη, πίεζε την άκρη του μαχαιριού μέσα στη οπή και τη στριφογυρνούσε για να βρει την κατάλληλη θέση. Το "κλικ", που ακούστηκε καθώς το λουκέτο άνοιγε, ακούστηκε σαν σάλπιγγα της αποκάλυψης στα μικρά αυτιά της. Φόβος και λύτρωση κύλησε στο αίμα της. Με ένα ξερό τρίξιμο, η βαριά πόρτα κύλησε μόνη, δίχως να την αγγίξει και άνοιξε διάπλατα. Τώρα το τεράστιο κτίριο έχασκε μπροστά της φοβερό, τρομαχτικό αλλά δίχως να καταλαβαίνει, απόλυτα αναγκαίο.
 Τα βήματά της διαδέχτηκαν το ένα το άλλο στη μεγάλη, τσιμεντένια αυλή. Η χτύποι μέσα της σε τρελές ταχύτητες. Τα μάτια της θολά απο ταραχή. Προχώρησε ώς την κεντρική θύρα. Μισοσπασμένα τζάμια, σαπισμένα σίδερα, σκουριά. Ένα γύρισμα στο χερούλι και ήταν απόλυτα μόνη με τον εφιάλτη.
 Το χάος βούηξε μέσα απο τους σκοτεινούς διαδρόμους,αντιλάλλησε το θόρυβο και τα φαντάσματα που καιροφυλακτούσαν πίσω απο τις γωνιές φάνηκαν να απαντούν σε αυτόν ενώ στις παλιές, σκονισμένες αιθουσες, τρομερά πλάσματα κάτω απο ιστούς αράχνης την περίμεναν στη δική τους ησυχία...
  Έμεινε μετέωρη, ανατριχιάζοντας ολόκληρη.
 Τί πήγαινε να βρει; Τί έψαχνε; Τί μάγια την είχαν κατακτήσει φέρνοντας την εδώ μέσα; Λυποψύχησε...Θέλησε να φύγει... να τα παρατήσει... αλλά εκεινη ακριβώς τη στιγμή, τα αυτιά της έπιασαν έναν ήχο...έναν ήχο που διέλυσε τα ουρλιαχτά, πάτησε πάνω στα τρομακτικά μουγκρητά της οργιώδους φαντασίας της, έδιωξε τα αερικά και υπερύσχυσε...Ήταν το κλάμα ενός σκύλου...ή λύκου....ένα κλαψούρισμα, αγνό, γεμάτο μια αγωνιώδη έκκληση βοήθειας, που κατευθύνθηκε ίσα μέσα στα μύχια της ψυχής της.
 Κρατώντας την ανάσα της προχώρησε στο σκοτάδι. Ακολουθούσε αυτό τον μοναδικό ήχο ξέχωρα από όλους τους άλλους, ψάχνοντας μόνο για το πλάσμα που τον έβγαζε, παραγκωνίζοντας όλα τα άλλα στο πίσω μέρος του μυαλού της.
 Ανέβηκε μια παλιά σκάλα, ενώ ο αέρας έμοιαζε με ουρλιαχτό καθώς περνούσε ξυστά απο τα σπασμένα παράθυρα και τα βήματά της έκαναν εκωφαντικό αντίλλαλο στους άδειους τοίχους γύρω. 
Αν δεν πέθαινε τώρα, δε θα πέθαινε ποτέ...αν...αριστερά και μετά ευθεία και το κλαψούρισμα έγινε πιο έντονο, πιο δυνατό. Στην τελευταία πόρτα στο βάθος, άγγιξε το παλιό πόμολο τρέμοντας. Το γύρισε ενώ η καρδιά της σταμάτησε πλέον να χτυπά. Η πόρτα της φανέρωσε ένα μισοσκοτεινό δωμάτιο, σπασμένα τζάμια παραθύρου και ένα τεράστιο ζώο, πλαγιασμένο στο πάτωμα, δεμένο με μια βαριά αλυσίδα, ίδια με εκείνη της μεγάλης καγκελόπορτας, ενώ το φως του φεγγαριού έλουζε το παχύ του τρίχωμα και φανέρωνε τη ακολουθία της ανάσας του που έβγαινε με δυσκολία.
 Το ζώο άνοιξε τα μάτια και δυο κίτρινα φεγγάρια την πλαισίωσαν. Όμως παρόλο που θα έπρεπε να φοβάται, παρόλο που ήταν τεράστιο, εκείνη ένιωσε κάτι να σπάει μέσα της. Άλλωστε το βλέμμα του λύκου δεν ήταν άγριου θηρίου αλλά πληγωμένου ανθρώπου.
 Πλησίασε με αργά, επιφυλακτικά βήματα καθώς η αυτοσυντήρηση αποτελούσε ακόμη και τώρα βαθιά της ανάγκη και κάθισε στα γόνατα.
 Ο πελώριος λύκος πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε να φύγει απο τα πνευμόνια του σε έναν βαθύ αναστεναγμό ενώ τα μάτια του δεν έλεγαν να αφήσουν τα δικά της. Όχι, δεν κοιτούσε πουθενά αλλού, αλλά μέσα στα βάθη των ματιών της σαν να προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί της.
Άπλωσε επιφυλακτικά το χέρι και το ζώο σταμάτησε ακόμη και να αναπνέει. Κρατήθηκε πριν το αγγίξει, ελάχιστα στην αρχή, ανάλαφρα και γρήγορα, ανάμεσα στα μυτερά αυτιά... και όταν το είδε να κλείνει τα μάτια... αναρωτήθηκε, σάστισε. Στάθηκε και πάλι να σκεφτεί πριν κάνει το χάδι της πιο θρασύ, πιο έντονο καθώς έβλεπε πως ο λύκος δεχόταν με βουλιμία και απόλυτη ηρεμία αυτή την ένδειξη τρυφερότητας, σαν να την περίμενε για αυτήν, σαν να την επιθυμούσε.
Όταν τα δάκτυλά της άγγιξαν το σκληρό, γυαλιστερό του περιλαίμιο το ζώο ανάσανε βαριά.
"Ποιος στο έκανε αυτό;" μονολόγησε και η φωνή της ακούστηκε ξένη ακόμη και στην ίδια μέσα σε εκείνον το χώρο. Παρατήρησε το ζώο. Ήταν πελώριο αλλά ισχνό, τρομερά αδύνατο, δίχως καθόλου δύναμη. Γύρω του δεν υπήρχε ούτε καν νερό, ούτε τροφή, παρά μόνο μια άδεια αίθουσα και αυτή η τρομερή αλυσίδα που το κρατούσε δεμένο στην μοναδική εσωτερική κολώνα.
Κάτω απο το περιλαίμιο, το δέρμα του λύκου ήταν καμένο, δίχως τρίχωμα, ξερό. Η καρδιά της βούλιαξε στο στήθος με πόνο. Στάθηκε να σκέφτεται, να ζυγίζει την κατασταση. Δεν άντεχε να το βλέπει έτσι. Αισθανόταν να πονά κι αυτή....Έπρεπε να το βοηθήσει και μάλιστα τώρα! Μπορούσε να γυρίσει στο εξοχικό και να πάρει τηλέφωνο σε μια φιλοζωική. Μπορούσε να φύγει καλώντας κάποιους απο το γειτονικό χωριό να τη βοηθήσουν ή μπορούσε να το απελευθερώσει εκείνη. Καμιά απο τις προοπτικές αυτές δεν της άρεσε. Δεν ήθελε να το αφήσει μόνο με κανέναν τρόπο καθώς ένιωθε μια περίεργη έλξη για αυτό και δεν ήθελε να το ελευθερώσει γιατί φοβόταν....
Αλλά τί μπορούσε να της κάνει; Φαινόταν έτοιμο να πεθάνει....Κι αυτό την έκανε να ματώνει μέσα της...
 Σφίγγοντας τα δόντια και με αποφασιστικότητα, χαιδεύοντας το και μιλώντας του με καθυσηχαστικό τρόπο, άγγιξε και πάλι το περίεργο περιλαίμιο και έπιασε το άνοιγμα που ήταν ένας γάντζος. Τον τράβηξε και το κυκλικό κατασκεύασμα άνοιξε αφήνοντας ελεύθερο τον φαρδύ λαιμό του ζώου. Άφησε κάτω το βαρύ αντικείμενο και χάιδεψε με τρυφερότητα το καμένο δέρμα, το λείο πια απο τρίχωμα σημείο που ήταν φυλακισμένο, ποιος ξέρει απο πότε για να έχει καταντήσει έτσι. Τα δάκτυλά της άγγιζαν με αγάπη το δέρμα του και μια υπέροχη αίσθηση την κυρίευε. Της άρεσε! Και δε φοβόταν πια τίποτε. Ούτε τα φαντάσματα, ούτε το σκοτάδι, ούτε το πελώριο ζώο. Καθώς όμως το άγγιζε, ανεπαίσθητα σημείωνε αλλαγές στην αφή και την υφή. Το τρίχωμα μεγάλωσε γρήγορα στο λαιμό, εκείνος έγινε πιο φαρδύς και υγιής, το σώμα του λύκου δυνάμωσε, οι μύες φούσκωσαν, το δέρμα του γυάλισε. Ανασήκωσε το τεράστιο κεφάλι του προς το μέρος της και τα κίτρινα μάτια του, ζωηρόχρωμα, φωτεινά και γυαλιστερά την κοίταξαν έντονα.
 Κράτησε την ανάσα της μη κατανοώντας την τόσο γρήγορη αλλάγή. Στάθηκε ακίνητη, τρομαγμένη αλλά και μη... Το ένστικτό της, της έλεγε πως δεν έπρεπε να φοβάται, ενώ η λογική της πως έπρεπε να τρέξει όσο το δυνατόν γρηγορότερα μακριά...
 Μια πελώρια γλώσσα βγήκε για να γλείψει το απλωμένο, τρεμάμενο χέρι της. Μετά το τρομερό στόμα του λύκου άνοιξε και έκλεισε απαλά γύρω απο την παλάμη της με τα τεράστια δόντια του να το κρατούν ακίνητο.
 "Θα...θα με σκοτώσεις;" ρώτησε με κομμένη την ανάσα. Το χέρι της ήταν εξαφανισμένο στο υγρό και ζεστό στόμα του ζώου και η καρδιά της έσπαζε στο στήθος.
 Ο λύκος την κοιτούσε ίσα στα μάτια όταν το σαγόνι του πίεσε λίγο παραπάνω το δερμα της και οι κυνόδοντές του μπήχτηκαν στο δέρμα της, σχίζοντας το σε τέσσερα σημεία, γεμίζοντας τη γλώσσα του με το ζεστό της αίμα.
 Έβγαλε μια μικρή κραυγή αλλά παρέμεινε ακίνητη να περιμένει...Ούτε και αυτή ήξερε τί ακριβώς. Το τέλος; Τη συνέχεια; Ο λύκος όμως την εξέπληξε αφήνοντά την τόσο ξαφνικά όσο την άρπαξε. Για μια ακόμη φορά, η τεράστια γλώσσα του βγήκε για να καθαρίσει όμως τα τραύματα, τα οποία ο ίδιος της είχε προκαλέσει και μετά σηκώθηκε. Ήταν τόσο μεγάλος που έμοιαζε με τέρας.
 Με τεράστια μάτια τον παρατήρησε να κάθεται απέναντί της ακίνητος σαν να περίμενε κάτι απο εκείνη. Τί; Ένα γλυκό μούδιασμα εξαπλώθηκε απο το τράυμα της στο πήχη και μετά το λεπτό μπράτσο. Ιδρώτας την περιέλουσε και το βλέμμα της θόλωσε. Οι δυνάμεις της άρχισαν να την εγκαταλείπουν και τα πόδια της λύγισαν. Μπροστά στο τεράστιο γκρίζο λύκο που περίμενε...περίμενε...
Έβαλε ζαλισμένη το κεφάλι στο βρώμικο πάτωμα, τα μαλλιά της απλώθηκαν σαν μαλακά νήματα γύρω της, η ανάσα της έγινε κοφτή και γρήγορη...και τότε λίγο πριν χάσει την επαφή της με το περιβάλλον, ο λύκος έγινε ο άντρας που έβλεπε στα όνειρά της. Ψηλός και μελαχρινός, με υπέροχα κεχριμπαρένια μάτια και στόμα σαρκώδες,, με αδρό γεμάτο απαλές γωνίες πρόσωπο. Έσκυψε προς το μέρος της και τρυφερά τη σήκωσε στην αγκαλιά του. Την έσφιξε στο γυμνό του στέρνο και ψυθίρισε βραχνά στο αυτί της
" Σε περίμενα τόσους αιώνες...Δεν πειράζει να σε περιμένω λίγο ακόμη...μόλις είσαι έτοιμη, έλα σε εμένα..."
Αναρίγγησε ερωτικά και τα μάτια της έκλεισαν για να χαθεί σε μια περίεργη κατάσταση λήθης, πόνου και ηδονής.... Δραματικών αλλαγών...
 Ίδρωνε, ασφυκτιούσε...τα πνευμόνια της φούσκωναν και μίκραιναν, το δέρμα της έκαιγε...Άνοιγε τα μάτια και αντίκρυζε και πάλι ξαφνικά το ταβάνι του νοικιασμένου δωματίου στο αρχοντικό της Καταλίνας...το σκοτάδι και το φως του φεγγαριού που έμπαινε απο το ανοιχτό παράθυρο, διαλύοντάς το.
 Και ήξερε...και βιαζόταν αλλά δεν είχε δύναμη, δε μπορούσε να κουνηθεί....αλλά εκείνος ήταν εκεί έξω και δεν ήταν εφιάλτης πια...ήταν έρωτας!



 Μία ώρα...; Μία μέρα....; Πολλές μέρες; Ήταν αδύνατο να ξεκαθαρίσει μέσα της...Το μυαλό της, θολοί κύλινδροι πλημμυρισμένοι με άχλη. Το δωμάτιο γύρω της έμοιαζε σκοτεινό, τραχύ, αλλά ταυτόχρονα ξεκάθαρο και λεπτομερές... Μπορούσε να διακρίνει κάθε γωνία, χρώμα , μυρωδιά, ήχο, στο μικρό εσωτερικό αλλά και ό,τι συνέβαινε έξω και στον κάτω όροφο και πέρα μακριά στην οργιώδη βλάστηση, στο πυκνό και άγριο δάσος ...
  Ένα μικρό σκαθάρι περνούσε βιαστικά χαμηλά, κατά μήκος του σοβατεπί του αριστερού τοίχου, μια λευκή αράχνη έκανε συριχτούς ήχους υφαίνοντας ψηλά- λίγο πιο δίπλα από το φτωχό, σβησμένο φωτιστικό- έναν λεπτεπίλεπτο ιστό, η μυρωδιά της μούχλας του σιφονιού της μικρής κουζίνας τρυπούσε με οξύ τρόπο τα ρουθούνια της, η υγρασία ακουμπούσε με ανάλαφρα δάκτυλα το ξαναμμένο της δέρμα, η Καταλίνα κουνιόταν πέρα δώθε στην ξύλινη πολυθρόνα κάτω, ρουφώντας και πάλι ένα φλιτζάνι τσάι, ενώ έξω, στον κήπο, μια μικρή χελώνα προχωρούσε με υπομονή σέρνοντας τα μεγάλα της νύχια στην άκρη της περίφραξης, ένα κοτσύφι ανάδευε τα φτερώματά του προσπαθώντας να προφυλαχτεί από την νυχτερινή δροσιά στο δεύτερο πεύκο στην ευθεία του παραθύρου της, μια κουκουβάγια, νυχτερίδες, ένα νυχτόβιο ζώο....εκείνος.......
 Ανατρίχιασε και η καρδιά της χτύπησε βαριά, δυνατά, καταδυναστεύοντας το μικρό της στέρνο. Ανάσαινε βαριά...τον ένιωθε, τον άκουγε...ήταν μακριά αλλά όχι πολύ και...την περίμενε....
 Το αίμα άρχισε να ρέει μέσα της με ορμή, η ανάσα της έγινε πιο βαθιά αλλά γρήγορη, ανεβοκατέβαζε το κακοποιημένο από την ένταση στήθος, το στόμα της γεμάτο ξαφνικά με μια περίεργη ανάγκη...Να νιώσει, να γευτεί, να λατρέψει. Ό,τι και να ήταν αυτό που ήθελε να γευτεί, ήταν τόσο καταλυτικό που την έκανε να πεταχτεί από το κρεβάτι.
 Η ματιά της έτρεξε στο παράθυρο και διέκρινε αμέσως την αλλαγή. Μεγάλες μπάρες κάλυπταν το εσωτερικό του και την έκαναν να αναρωτηθεί. Στοιχημάτιζε, δίχως καν να βλέπει πως ίδιες μπάρες έκλειναν και την είσοδο του δωματίου της από την έξω πλευρά...
 Οι μπάρες γυάλιζαν στο σκοτάδι, σαν να ήταν αυτόφωτες αλλά στο δικό της βλέμμα έμοιαζε δυσοίωνο το φως αυτό, εκείνες έμοιαζαν υποχθόνιες, τρομακτικές σχεδόν και αυτό την εξέπληξε. Κινήθηκε προς το μέρος τους διστακτικά και έκανε να τις αγγίξει, περισσότερο από περιέργεια. Τα ακροδάχτυλα της δέχτηκαν μια ηλεκτρική εκκένωση, ένα ξαφνικό και έντονο κάψιμο που απλώθηκε ως το στήθος και την όργανα της. Τραβήχτηκε απότομα προφυλάσσοντας ενστικτωδώς το χέρι της κοντά στο σώμα.
 Πώς γινόταν να είναι τόσο επικίνδυνο αυτό το υλικό; Θα μπορούσε να είναι ηλεκτροφόρο;  Πήγε και ήρθε μπροστά από το μέταλλο με ανησυχία αλλά και μια πρωτόγονη αγωνία. Παρόλο που θα έπρεπε να αντιδρά έντονα, ανακάλυψε πως η ανάγκη της να αποδράσει δεν είχε σχέση με τις κινήσεις και τις σκέψεις της. ¨Ήταν βαθιά, γνήσια και τόσο δυναμική που την πονούσε, αλλά μπορούσε να σκεφτεί καθαρά, εύστοχα και διορατικά. Το μυαλό της έψαχνε ήδη λύσεις, διέξοδο, τρόπους διαφυγής που όμως θα γινόταν με απόλυτη ησυχία. Δούλευε παράταιρα αλλά και σε συνεργασία με τα υπερβολικά δυνατά ένστικτα που είχαν καταλύσει τη μικροκαμωμένη της ύπαρξη. ΕΠΡΕΠΕ  να φύγει...ΕΠΡΕΠΕ  να το κάνει κρυφά, ΕΠΡΕΠΕ  να συναντήσει εκείνον...πονούσε από τη δύναμη αυτής της τελευταίας ανάγκης...
  Αντιλαμβανόταν πως το ίδιο ακριβώς υλικό εμπόδιζε και την έξοδό της από την είσοδο και για πρώτη φορά αναρωτήθηκε το λόγο για τον οποίο βρισκόταν αιχμάλωτη. Δε μπορούσε να καταλάβει, να κατανοήσει.... Πήγε και ήρθε σαν αγρίμι που αναζητούσε την ελευθερία του. Αν χρησιμοποιούσε τα μαχαίρια της κουζίνας θα δημιουργούσε θόρυβο, αν έπαιρνε φόρα και έπεφτε επάνω στην πόρτα επίσης...Κοίταξε καλύτερα το υλικό στο παράθυρό της. Κάθε φορά που το πλησίαζε αισθανόταν τις δυνάμεις της να λιγοστεύουν, να εξασθενούν και ένα περίεργο βουητό εξαπλωνόταν στο κεφάλι της όμως ΕΠΡΕΠΕ να το προσπεράσει...
 Στάθηκε μπροστά στο αμπαρωμένο παράθυρο και με βαθιές, αποφασιστικές ανάσες, άπλωσε τα χέρια. Άγγιξε τις μπάρες και δυνατός ηλεκτρισμός τη διαπέρασε. Τα δάκτυλά της μάτωσαν, κάηκαν και άρχισαν να στάζουν αχνιστό, κατακόκκινο αίμα που κυλούσε στους καρπούς, στους λεπτούς της αγκώνες και από εκεί με στάλες στις άκρες των ποδιών της. Δάγκωσε με τόση μανία τα χείλη για να αποφύγει τις κραυγές, που τα έκοψε και γεύτηκε το αίμα της. Η οσμή του κατέκλυσε το δωμάτιο και τα ρουθούνια της αλλά οι μπάρες ξεκολλούσαν μία προς μία από το παράθυρο. Τα δάκρυα λέκιαζαν τα μάγουλα, τις άκρες του προσώπου της, το λεπτεπίλεπτο μπλουζάκι. Το παλιό πάτωμα μπροστά της βαμμένο πια κατακόκκινο, γλιτσερό κάτω από τα ακροδάχτυλα των ποδιών.
 Εξασθενούσε... ζαλιζόταν, αλλά επέμενε....Όταν το άνοιγμα του έγινε αρκετό, στάθηκε ασθμαίνοντας βαριά να κοιτά έξω, με μάτια πυρετώδη και κλαμένα. Τρέμοντας πέρασε ανάμεσα από το μικρό άνοιγμα και μόρφασε όταν η μπάρα που ήταν ψηλότερα άγγιξε την πλάτη της. Πέρασε για ακόμη μια φορά στην μικρή σκεπή και στάθηκε να τυλιχθεί γύρω από τον εαυτό της για να σταματήσει να τρέμει. Ο ιδρώτα κόμποι χοντροί στο δέρμα της. Τα χέρια, το στόμα, η πλάτη, σε άθλια κατάσταση.
 Τίποτε όμως από όλα αυτά, δε θα τη σταματούσε από το να τον βρει. Νιώθοντας την ανάγκη περισσότερο καταλυτική από κάθε πόνο, ορθώθηκε και ριγώντας ξεκίνησε. Έπεσε, σηκώθηκε, μπουσούλησε και προχώρησε προς εκεί που την οδηγούσε το ένστικτο και η μυρωδιά....
 Όσο προχωρούσε , τόσο καλύτερα ένιωθε, τόσο πιο δυνατή....Το δάσος βαρύ γύρω, σιωπηλό αλλά την ίδια στιγμή γεμάτο ήχους και παρουσίες. Οι οσμές έντονες, πυκνές, η υγρασία απτή. Και τότε τον είδε. Όρθιος, στη μέση ενός ξέφωτου, ημίγυμνος, ένας νυχτερινός θεός ...
 Γύρισε προς το μέρος της, αργά και ήρεμα μα πρόλαβε να δει το γεροδεμένο κορμί να σφίγγεται, τους μύες των ώμων και του πλατιού του στέρνου να γίνονται πέτρα... Τα χαρακτηριστικά του όμως, παρέμειναν αχνά, και υπέροχα, ζωγραφισμένα από σινικό νυχτερινό μελάνι. Τα δυο του χρυσά μάτια καρφώθηκαν επάνω της λαμπυρίζοντας θερμά μέσα στο σκοτάδι. Φωτιά και φως, μέσα σε ένα βλέμμα.
Με το σφυγμό της να σφαδάζει τον πλησίασε με τρεμάμενα αλλά αποφασισμένα βήματα. Η μυρωδιά του αρρενωπή, διεγερτική, κατέλυε τις μυρωδιές της νύχτας, υπερτερούσε και γαργαλούσε τα ρουθούνια και τα πνευμόνια της. Η θωριά του γήτευε τη ματιά της. Η γλώσσα της γύρισε λαίμαργα στο στόμα...ήθελε να γευτεί και τη σάρκα, το δέρμα του...
 "Ήρθες..." της είπε με μια βαθιά, ζεστή φωνή που της δημιούργησε ρίγη. Όμως το βλέμμα του κατρακύλησε στα σημάδια από το κάψιμο στα χέρια της, στα λερωμένα με αίμα ρούχα, στο ιδρωμένο της πρόσωπο... "Τί σου συνέβη;" ρώτησε με πιο άγρια χροιά.
 Έριξε μια γρήγορη ματιά στα σημάδια της που έμοιαζαν να επουλώνονται κιόλας, αδιάφορα. "Τίποτε..." ψιθύρισε σοκαρισμένη από τη μορφή του.
 "Η γυναίκα εκείνη..." είπε μέσα από μια σειρά γυαλιστερών, κάτασπρων δοντιών. "Πότε θα το καταλάβει, πότε θα σταματήσει;" μιλούσε στον εαυτό του περισσότερο παρά σε εκείνη.
"Είμαι καλά..."δεν είχε χρόνο τώρα για να σκεφτεί τις παράξενες μπάρες στο δωμάτιό της , ούτε το λόγο για τον οποίο τοποθετήθηκαν εκεί. Οι πληγές της δεν την πονούσαν πια και εκείνος είχε όλο το ενδιαφέρον της αιχμαλωτισμένο επάνω του...Αυτό την ένοιαζε τώρα.
 "Σίγουρα;" την παρατήρησε με θέρμη και ενδιαφέρον.
 "Ναι..."φτάνει αυτό το θέμα..."Ποιος είσαι; Γιατί νιώθω να σε γνωρίζω τόσο ενώ δε σε έχω ξαναδεί;" ρώτησε κάνοντας έναν αργό κύκλο γύρω από το περήφανο και τρομερό του κορμί. Την ίδια στιγμή που ριγούσε και κλυδωνίζονταν από δέος , την ίδια στιγμή ανακάλυπτε πως ένιωθε τρομερά ασφαλής μαζί του, πως οι δυο τους ήταν φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, πως...της άνηκε...
 "Το όνομά μου είναι Λέων...."της είπε αργά, δίχως να κουνήσει ούτε ένα μυ από το τρομερό του σώμα.
"Τί είσαι;"
"Καλύτερα ας ξεκινήσουμε με την πρώτη ερώτηση...." τόνισε με αυταρέσκεια εκείνος. "Ποιος είμαι..."
"Λοιπόν;" θαύμασε τα σκαλιστά μονοπάτια του αγαλμάτινου κορμιού του που έβγαζε ξεχωριστό φως μέσα στη νύχτα.
Το ατσάλινο χέρι του απλώθηκε και την άδραξε από το μπράτσο. Η ανάσα της στάθηκε ανάμεσα στα χείλη καθώς την τράβηξε απαλά προς το μέρος του. Το κεφάλι του κατέβηκε και το υπέροχο πρόσωπό του πλησίασε κοντά της μετατρέποντας την περίεργη έλξη σε χείμαρρο και ερωτική ζάλη.
"Είμαι το ταίρι σου..." της είπε βραχνά πλησιάζοντας τα αρρενωπά του χείλη στα δικά της. "Είσαι το ταίρι μου.." τόνισε με ένταση.
Σήκωσε το βλέμμα και χάθηκε μέσα στις φλόγες των ματιών του. "Τί...;"
"Τώρα μπορώ να σου πω και τί είμαι..."είπε χαμογελώντας γοητευτικά εκείνος, αρπάζοντας της τη τελευταία ρανίδα λογικής. "Είμαι ένα πλάσμα που κυμαίνεται στο φως και το σκοτάδι...Είμαι μισός άνθρωπος και μισός λύκος. Καταραμένος για τους ανθρώπους. Για μένα η κατάρα μου όμως ήταν η μοναξιά μου. Η προσμονή του μοναδικού πλάσματος που το αίμα και η μοίρα θα μας ένωνε. Οι λύκοι είναι σαν τα γεράκια και του κύκνους. Μονογαμικοί. Σε όλη τους τη ζωή ψάχνουν για αυτό που θα τους συμπληρώσει. Όσο δεν το βρίσκουν τόσο η μοναξιά τους τυλίγει. Τίποτε δε μπορεί να τους αγγίξει. Κανένα άλλο ταίρι, καμιά άλλη ευχαρίστηση...Έτσι ήμουν κι εγώ ως τώρα! Μισός...μέχρι που επιτέλους φάνηκες...Έπρεπε να περάσω αιώνες δίχως εσένα..."
 Η καρδιά της βροντοχτυπούσε στο στήθος, το στόμα της γύρευε να γευτεί το δικό του αλλά έπρεπε να μάθει...
 "Με καλούσες..." ψιθύρισε καθώς δεν είχε δύναμη να μιλήσει.
"Σε κατάλαβα με το που ήρθες...Μπορεί να ήμουν φυλακισμένος αλλά σε ένιωσα, σε μύρισα στον αέρα, σε ένιωσα στις απολήξεις μου και έπρεπε να κάνω το παν για να σε τραβήξω κοντά μου. Να με ελευθερώσεις από όλες τις πλευρές...Ήσουν πραγματικά το ταίρι μου και ήμουν σχεδόν σίγουρος πως δε θα μπορέσεις να αντισταθείς στους δεσμούς της μοίρας μας...Πως το αίμα μέσα σου δε θα πρόδιδε την έλξη ανάμεσά μας...Έπρεπε να έρθεις εσύ γιατί εγώ δε μπορούσα..." τώρα το στόμα του είχε κατέβει τόσο που οι ανάσες τους έφτιαχναν ένα εκρηκτικό μείγμα που εισχωρούσε στα πνευμόνια μεγαλώνοντας την ερωτική ένταση, την έλξη, τον πόθο. Τα χρυσά του μάτια κατάπιναν τα δικά της στις πελώριες κόρες, την έβαζαν μέσα του και την κυλούσαν στις δικές του αθάνατες φλέβες..."Κάποια στιγμή φοβήθηκα...πίστεψα πως θα φοβηθείς...πως θα φύγεις και αν σε έχανα..." η ανάσα του έγινε καυτή, βαριά, "θα έμενα για πάντα μόνος...πραγματικά καταραμένος..."
 "Δεν το έκανα..."άσθμαινε, "δε φοβήθηκα..."
"Όχι..."συμφώνησε εκείνος πριν ενώσει το στόμα του με το δικό της. Τα ατσάλινα χέρια του τυλίχθηκαν γύρω από το τρεμάμενο κορμί της κολλώντας το επάνω στο δικό του. Η ένωση δημιούργησε κύματα φωτιάς σε κάθε της μόριο. Κλονίστηκε από την ανάγκη της να τον νιώσει και άνοιξε το στόμα για να δεχτεί ένα καταλυτικό και παθιασμένο φιλί που θόλωσε τα τοπία του μυαλού της. Οι γλώσσες τους έπαιξαν με βουλιμία, οι γεύσεις μέθυσαν, ο πόθος έγινε καυτή λάβα οργισμένου ηφαιστείου.
 Κύλησαν στο έδαφος και τα κορμιά τους μπλέχτηκαν αναζητώντας λύτρωση σε  αυτό το τρομερό πάθος που διέλυε τις φλέβες τους σχίζοντας τες με μανία. Ο ξερός κρότος όμως που κάλυψε τις βαριές τους ανάσες, τα βογκητά και την ησυχία του δάσους ανέκοψε την αμετάκλητη πορεία τους.
 Το βαρύ σώμα του Λέων τραντάχτηκε και ένας βραχνός ήχος βγήκε από το στόμα του. Η Αλεξάνδρα γύρισε σοκαρισμένη να κοιτάξει την ηλικιωμένη γυναίκα που στεκόταν έξω από το ξέφωτο- που είχε γίνει το κέντρο της ένωσή της με το Λέων- με ένα μεγάλο όπλο, προτεταμένο προς το μέρος τους να καπνίζει από την εκπυρσοκρότηση.
"Στο είπα πως αν δε γίνεις δικός μου δε θα γίνεις άντρα αλληνής...." είπε η Καταλίνα και κατέβασε το όπλο για να εμφανιστεί ένα δαιμονικό , γερασμένο πρόσωπο. Ψυχρά, δολοφονικά μάτια.
"Παλιογυναίκα......" γρύλισε ο Λέων και έφερε το χέρι του στο ατσάλινο πλευρό του που αιμορραγούσε. Το πρόσωπό του είχε μελανιάσει, τα χείλη του είχαν σφιχτεί σε μια ολόισια γραμμή.
"Τί του έκανες;" τσίριξε η Αλεξάνδρα και έκλεισε με την παλάμη την πληγή. Η ασημένια σφαίρα είχε σφηνωθεί μέσα στο μαλακό ιστό και έκαιγε και έκοβε το δέρμα από μέσα.
 "Χρόνια τώρα με έχει γητεύσει...Όταν ο πατέρας μου με κουβάλησε εδώ, στην άκρη του κόσμου, δεν είχα ιδέα πως θα τον συναντήσω. Μισούσα τον πατέρα μου που με απομόνωσε σε αυτό το μέρος αλλά όταν ανακάλυψα τους θρύλους και κυρίως όταν έψαξα και βρήκα αυτόν...," έδειξε με τη μακριά κάννη τον Λυκάνθρωπο, " τα πράγματα άλλαξαν για μένα..." είπε η Καταλίνα με βραχνή φωνή. "Τον αγάπησα και του δόθηκα...πράγμα που δε φάνηκε να τον ενδιαφέρει...Ήμουν απλώς μια ακόμη γυναίκα στο μακρύ του κατάλογο...αλλά εγώ δεν ήμουν σαν τις άλλες..." τα μάτια της άστραψαν στο σκοτάδι σα να ήταν διαβολικό πλάσμα. Δεν ήταν ο Λέων καταραμένος, αλλά αυτή η γυναίκα μπροστά της.
"Έψαξα κι έμαθα. Βρήκα τρόπο να τον φυλακίσω με το μοναδικό εργαλείο που γινόταν. Με το ασήμι...¨Ήμουν σίγουρη πως πριν να πεθάνω θα τον έκανα να αλλάξει γνώμη, να με μετατρέψει σε αυτό που είναι εκείνος και να με κάνει ταίρι του...αλλά μετά ήρθες εσύ καταραμένη και άρχισα να ακούει τις εκκλήσεις του...." την κοίταξε με μίσος και έστρεψε το τουφέκι προς το μέρος της. Ο Λέων αυτόματα και πονώντας, βογκώντας , ιδρώνοντας έγειρε για να την προφυλάξει.
"Σε είχε διαλέξει πριν να σε δει και αυτό με εξαγρίωνε...Σκέφτηκα πως δε θα πας να τον βρεις αλλά έκανα λάθος. Ανακάλυψα πως δεν είχες κατέβει από το δωμάτιό σου και κοίταξα να δω γιατί...Ο λόγος ήταν προφανής...Είχες κάνει το βήμα...είχε πάει και αυτός σε είχε κάνει ταίρι του..."
Τα μακριά φρύδια της κοπέλας ενώθηκαν με απορία. "Πώς...;" αναρωτήθηκε. Δεν καταλάβαινε τίποτε.
 "Τώρα θα σας σκοτώσω και τους δυο και θα τελειώνω με αυτό. Αφού δε διάλεξε εμένα, δε θα έχει καμιά..." εξασφάλισε το όπλο.
 "ΜΗ!!!" Ο Λέων φώναξε και ορθώθηκε ξαφνικά ενώ το σχήμα του άλλαξε, τεντώθηκε, μάκρυνε και ο τεράστιος λύκος έκανε την εμφάνισή του μπροστά στα μάτια της. Η κάννη της Καταλίνας γύρισε προς το μέρος του γρήγορα.
  Η Αλεξάνδρα ένιωσε να ταράζονται τα σωθικά της.  ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ..... σφύριξαν οι λέξεις μέσα της...ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ!!!!! και τα υπόλοιπα έγιναν θολά στο μυαλό της...
 ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΤΙΓΜΗ βρέθηκε στο αέρα ενώ όλα κινούνταν αργά γύρω της σαν να είχε σταματήσει ...σαν να είχε επιβραδυνθεί ο χρόνος. Εφόρμησε στην ηλικιωμένη γυναίκα και έπεσε επάνω της με μανία. Εκείνη τραντάχτηκε,  έπεσε με δύναμη προς τα πίσω, το όπλο εκπυρσοκρότησε στον αέρα σημαδεύοντας τον ουρανό και βάζοντας στόχους τα τρεμάμενα αστέρια του. Το σώμα της Καταλίνα έγειρε και το κεφάλι της χτύπησε σε ένα μεγάλο, υγρό κορμό. Τραντάχτηκε και τα βλέφαρά της πετάρισαν πριν κλείσουν καθώς κύλησε στο έδαφος δίχως πνοή, σαν πάνινη κούκλα.
 Η κοπέλα στάθηκε πάνω της να την κοιτά με την ανάσα γρήγορη και το αίμα να ρέει καυτό και γρήγορο στο μικρό της κορμί. Γύρισε προς τον Λέων που είχε αρχίσει να παίρνει και πάλι τη μορφή του ανθρώπου. Σφάδαζε αλλά τον είδε να χώνει τα δάκτυλα στη πληγή και να βγάζει καίγοντας το δέρμα τους, το ασήμι από το πληγωμένο του  κορμί. Με χλωμό, ιδρωμένο πρόσωπο, γύρισε τα πυρωμένα του μάτια επάνω της. Ο πόθος και η ευχαρίστηση ζωγραφίστηκαν τόσο έντονα που διέγραψαν κάθε είδος πόνου στα χαρακτηριστικά του.
"Δική μου...." της είπε βραχνά κάνοντας τα σπλάχνα της να τρεμουλιάσουν από πόθο.
Ναι...σκέφτηκε και μπόρεσε να δει στις σκοτεινές τους κόρες, τον λευκό τεράστιο λύκο που στεκόταν πανέμορφος απέναντί του...Αυτό το πλάσμα που ήταν πια ...εκείνη.....!

                                                                            ΤΕΛΟΣ

 
Το παρόν κείμενο ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας...Τα πρόσωπα,οι τοποθεσίες και οι καταστάσεις είναι αποκυήματα φαντασίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου