Δημιουργώ ονειρόκοσμους καθώς είμαι απόφοιτη από το πανεπιστήμιο της μαγείας των ονείρων που εδρεύει στις παρυφές του Ολύμπου και στις ράχες των κυμάτων της θάλασσας που δροσίζει τα πόδια του... Μικροί θεοί οι δημιουργοί, μικροί κληρονόμοι και κλαδάκια ενός πελώριου συμπαντικού δέντρου θετικής ενέργειας.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Παγίδες

Όχι, οι παγίδες δεν είναι φτιαγμένες από μέταλλο ή ξύλο, δεν περιμένουν κρυμμένες στις σκιές για  να αρπάξουν ζωές και οράματα, δεν ανιχνεύονται απλά και μόνο επειδή τις περιμένεις.  
Οι πιο επικίνδυνες παγίδες έχουν το σχήμα δυο ματιών.
Αν αντίκρισες σε μάτια ουρανούς, ολάκερης της ζωής σου τις προσμονές, τότε σιωπώντας παραδόθηκες στη φυλακή τους και έκλεισες οικειοθελώς πίσω σου τα κάγκελα.
Μα να ξέρεις, πως για να αγγίξεις την απόλυτη ελευθερία, θα πρέπει πρώτα να πιαστείς θήραμα στην αδυσώπητη παγίδα της αγάπης για δυο μάτια.
Δυο μάτια που ίσως δεν γυρίσουν ποτέ να σε κοιτάξουν.



Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Once upon a time...

Once upon a time...
Σε ένα βράχο ξενύχτισαν απόψε τα όνειρα μου. Σφάλισαν τα βλέφαρα στου κόσμου τις γωνιές που αγαπώ να ξεστρατίζω και με γυρίσαν πίσω. Με αερικά και μνήμες με έβαλαν να κουβεντιάσω και μου ερμήνευσαν πως στην ψυχή δεν δείχνουμε τους δρόμους που γνωρίζει ήδη. Αυτή είναι που μας ξανοίγεται... 



Μονεμβασιά....


Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Σφραγίδα

Σαν τον κλέφτη γλιστράς από τις γρίλιες
να βολευτείς  λιμνάζοντας στην άδεια της ποδιά. 
Κενές οι ώρες κρέμονται στους τοίχους
και μες στις χούφτες της, ξεδιάντροπα κοιμάται η σιγή.
Γέρνει κουρασμένα και αναζητά να στηριχτεί
σαν ξερό στάχυ που κρατιέται από μοναχική ρίζα στην κοσμοχαλασιά.
Την προσπέρασες και βουβάθηκε ο κόσμος, σιώπησε.
Αόρατη σαν άνεμος χόρευε γύρω σου
κι ακόμη κι αν δεν την αντίκρισες ποτέ
κρέμασε στο λαιμό σου την ψυχή της.
Σε μια αιώνιας στιγμής το άγγιγμα
ανεξίτηλος έμεινες επάνω της, 
σφραγίδα έρωτα τυφλού, καμωμένου από πηλό και ψέμα.



Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Άνοιξη και Φθινόπωρο

Σε ένα καραβάκι χάρτινο δένομαι σαν άλλος Οδυσσέας
φτερά από γυαλί βαραίνουν τα πλευρά μου και στο κεφάλι μου φορώ τον απόηχο από μιας νυχτιάς τα πεφταστέρια.

Κρύβω καλά στην τσέπη μου ένα δοχείο με πυγολαμπίδες, Να μου φωτίζουν τα όνειρα που δεν αγκάλιασα και δεν νανούρισα ποτέ. Να μου τα συντροφεύουν.

Και στα χείλη κρατώ ένα τραγούδι για γιοφύρια. Κείνα που 
δένουν τις όχθες σφιχτά για να ανταμώνουν οι άνθρωποι. Για να γεννιέται η αθανασία.

Μυστικές οι ριψοκίνδυνες στιγμές της προσφυγιάς μου, έγιναν μελάνι για να γραφτεί ταραχώδης ο  έρωτας. Ξεναγήθηκα παράνομα και δίχως να σε ξεπεράσω ξαναγύρισα. Και κάπου στην κόμη της Βερενίκης έχασα  έναν αναστεναγμό.

Σε δυο εποχές καραδοκώ. Στην άνοιξη και το φθινόπωρο.
Να ζευγαρώνουμε σε μιας αιώνια άνοιξης τα φύλλα, να κοιμόμαστε αγκαλιά σε ενός δροσάτου φθινοπώρου τους καρπούς. Και πάλι να γυρίζει ο τροχός από την αρχή. Να τον ακούω να τρίζει και να ξεσφίγγω τα σχοινιά, από το ζυγό του χάρτινου καραβιού μου να ξεφύγω.