Δημιουργώ ονειρόκοσμους καθώς είμαι απόφοιτη από το πανεπιστήμιο της μαγείας των ονείρων που εδρεύει στις παρυφές του Ολύμπου και στις ράχες των κυμάτων της θάλασσας που δροσίζει τα πόδια του... Μικροί θεοί οι δημιουργοί, μικροί κληρονόμοι και κλαδάκια ενός πελώριου συμπαντικού δέντρου θετικής ενέργειας.

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Η συνέντευξη μου στο WRITERS GANG , στην Νίτσα Μανωλά και την υπέροχη στήλη της Pull UR Trigger

Ένα μεγάλο Ευχαριστώ στην αγαπημένη Nitsa Manola για την τιμή να με φιλοξενήσει στο portal για τις τέχνες και τις επιστήμες Writers Gang και την υπέροχη στήλη της Pull Your Trigger!
http://writersgang.com/2016/10/15/%CE%B3%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84/
                                                                                                                         Από τη Νίτσα Μανωλά   

Οι όμορφοι άνθρωποι φαίνονται από την διαύγεια του προσώπου τους, την λάμψη των ματιών τους και το χαμόγελό τους.  Έναν τέτοιο όμορφο άνθρωπο έχω την χαρά και την τιμή να φιλοξενώ και εγώ σήμερα στο Pull UR Trigger.  Μια υπέροχη Κυρία που μας έχει μαγέψει με τη γραφή της.  Η Γεωργία Κακαλοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατάγεται από το Δήμο Δίου Ολύμπου. Στο αίμα της κυλάει μια δόση… Κρήτης και Μικρά Ασίας εξηγώντας έτσι το μοναδικό ταπεραμέντο της.  Δηλώνει … μυθοπλάστρια που αγαπά να φτιάχνει ιστορίες και που λατρεύει τα ταξίδια.  Λατρεύει όλες  τις τέχνες, μα την ψυχή της κέρδισε η συγγραφή αφού της επιτρέπει να απελευθερώνει το μυαλό και την καρδιά της χαρίζοντας σε εμάς μοναδικά ταξίδια.
Ν.Μ. Γεωργία μου, θα ήθελα να σε καλωσορίσω στο PullURTriggerκαι  να σε ευχαριστήσω που δέχτηκες, με μεγάλη χαρά, να μας μιλήσεις για τα βιβλία σου, το έργο σου και την… Γεωργία!
Γ.Κ: Ευχαριστώ θερμά για την υπέροχη πρόσκλησή, την τιμή που μου κάνεις με την φιλοξενία στο υπέροχο site σας και την ευκαιρία να έρθω σε επαφή με την αγαπημένη μας ομογένεια! Θα προσπαθήσω να απαντήσω χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος καθώς και ως συνώνυμο του έρωτα , το πάθος είναι ικανό για μεγάλες κατακτήσεις και για αυθεντικές δημιουργίες και θαύματα.
Ν.Μ. Θέλοντας να σε γνωρίσει καλύτερα το αναγνωστικό κοινό της ομογένειας, πες μας κάτι για σένα που νομίζεις πως θα πρέπει να γνωρίζει κάποιος όταν σε συναντήσει για πρώτη φορά.  Τι απεχθάνεσαι, ας πούμε, και τι αγαπάς; 
Γ.Κ:  Αγαπώ το χαμόγελο, την δυνατή, ζεστή χειραψία, τους ανθρώπους που κοιτάνε  στα μάτια με καθαρότητα , την απλότητα, τον σεβασμό προς τον συνάνθρωπο, τα ανοιχτά μυαλά και ακόμη περισσότερο , τις ανοιχτές καρδιές.  Απεχθάνομαι οτιδήποτε είναι δήθεν, τα μισόλογα, τις κακίες, το φθόνο , τη σοβαροφάνεια, το ψέμα.
Ν.Μ. Ποιο θεωρείς πως είναι το μεγαλύτερο προτέρημα σου και ποιο το μεγαλύτερο ελάττωμα σου;
Γ.Κ:  Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα είναι η αμεσότητα κι ο  αυθορμητισμός μου στιγμές που θα έπρεπε να κρύψω συναισθήματα και να καλυφτώ πίσω από λέξεις ή μάσκες. Μου είναι δύσκολο να μην είμαι ο εαυτός μου. Το μεγαλύτερο μου προτέρημα;  Το σκέφτηκα πολύ πριν καταλήξω πως μάλλον είναι το γεγονός πως σέβομαι και αγαπώ κάθε τι με το οποίο ευλογούμαστε κάθε στιγμή.
 Ν.Μ  Πότε  και πως  ξεκίνησες να βάζεις τα ‘’ταξίδια’’ σου στο χαρτί;Πότε εκδόθηκε το πρώτο σου μυθιστόρημα;
Γ.Κ: Οι αποδράσεις μου στο όνειρο, ξεκίνησαν από τα εφηβικά μου χρόνια όταν έφτιαχνα μικρές ιστορίες στα σχολικά μου τετράδια δίπλα από σκιτσάκια και μουτζούρες. Λίγο μετά τα είκοσι  έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα που εκδόθηκε πολλά χρόνια αργότερα, το 2004 και είχε τίτλο το ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ. Ήταν μια ερωτική, περιπετειώδης ιστορία . Δυστυχώς δεν κυκλοφορεί πλέον πράγμα που επιθυμώ διακαώς.
 Ν.Μ.Τι σημαίνει για σένα συγγραφή;
Γ.Κ : Η συγγραφή αποτελεί κομμάτι από τη σάρκα και τον γενετικό μου κώδικα.
N.M. Τι σε εμπνέει; Οι ιστορίες των βιβλίων σου βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα ή σε μυθοπλασία;
Γ.Κ:  Με εμπνέει οτιδήποτε μπορεί να εμπνεύσει έναν άνθρωπο που ρουφάει με βουλιμία την ομορφιά στις στιγμές, στα πρόσωπα, στα τοπία, τη μουσική, στις ανθρώπινες σχέσεις. Μπορώ να εμπνευστώ από τον τρόπο που κοιτάζονται δυο ερωτευμένοι άνθρωποι, από ένα κομμάτι ουρανό ή από την αίσθηση που αφήνει μέσα μου μια μακρόσυρτη νότα ενός τραγουδιού. Τα βιβλία μου είναι μυθοπλασίες που όμως πάντοτε κουβαλούνε πτυχές του εαυτού μου αλλά και μεγάλες στιγμές ζωής, χαρακτήρων και συμπεριφορών. Εν τέλει, καμιά μυθοπλασία δε μπορεί να αγγίξει σε φαντασία και ανατροπές την ίδια τη ζωή.
Ν.Μ. Είσαι στον χώρο των εκδόσεων αρκετά χρόνια και μας έχεις χαρίσει μοναδικά ταξίδια.  Τι έχεις δει να αλλάζει και τι πιστεύεις πως παραμένει το ίδιο στα εκδοτικά δρώμενα;Μίλησε μας λίγο και για τη δική σου εμπειρία με τον εκδοτικό χώρο. 
Γ.Κ:  Στην ουσία είμαι στον χώρο από το 2011 εφόσον τα προηγούμενα βιβλία μου είχαν πολύ μικρή πορεία και εγώ βρισκόμουν μακριά και αποστασιοποιημένη από το εκδοτικό χώρο. Μπορώ όμως να πω πως η κρίση στην ελληνική οικονομία των τελευταίων χρόνων δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστη την κοινωνία και ακόμη περισσότερο τον τομέα που αφορά στην λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα. Το βιβλίο έχει υποστεί καθίζηση, θεωρείται ως πολυτέλεια, και εν μέρει είναι φυσικό όταν οι πολίτες δεν έχουν  χρήματα για να καλύψουν τις πιο άμεσες ανάγκες τους. Μια κοινωνία όμως δίχως γνώση, τέχνη και πολιτισμό είναι μια κοινωνία υπό φθορά που τείνει να εξαφανιστεί στο τέλος. Ένας φαύλος κύκλος από τον οποίο εύχομαι να ξεφύγουμε γρήγορα. Πέρα από αυτό και από προσωπική πλέον εμπειρία θεωρώ πως η εκδοτική πολιτική είναι στρεβλή στην Ελλάδα. Από το έργο ενός συγγραφέα, μπορούν και εισπράττουν και να κερδίζουν όλοι εκτός από τον ίδιο  που λαμβάνει το μικρότερο ποσοστό επί των πωλήσεων του έργου του , πληρώνεται το λιγότερο έναν χρόνο αργότερα από την ημερομηνία έκδοσης του βιβλίου του και συχνά δεν λαμβάνει καν τα χρήματα που του αναλογούν. Για μια ακόμη φορά οι παραγωγικές δυνάμεις  αυτής της χώρας είναι κι αυτές που πετροβολούνται.
%ce%bc%ce%b5%ce%bb%cf%89%ce%b4%ce%af%ce%b1 Ν.Μ. Πόσο δύσκολο κατά τη δική σου γνώμη είναι για έναν καινούργιο συγγραφέα να αναδείξει τη δουλειά του;
Γ.Κ: Πολύ δύσκολο. Σήμερα σχεδόν ακατόρθωτο και κυρίως δίχως τη βοήθεια και τη στήριξη εκδοτών ή φορέων που θα ήθελαν να προάγουν το έργο του εκάστοτε συγγραφέα. Θέλει υπομονή και επιμονή. Κάποιες φορές χρειάζεται κι αυτό που λέμε ‘άστρο’ . Ο παράγοντας τύχη είναι πολύ σημαντικός.
Ν.Μ. Αν σου ζητούσαν να δώσεις μια συμβουλή σε νέους συγγραφείς που θέλουν να τολμήσουν να εισχωρήσουν στον εκδοτικό χώρο, τι θα τους συμβούλευες να προσέξουν;
Γ.Κ: Θα τους  έλεγα να προσέξουν κάθε τους βήμα, να επιλέξουν σωστά τους συνεργάτες τους, να έχουν υπομονή και γερό στομάχι.
Ν.Μ.  Το πιο πρόσφατο έργο σου «Η Υπόσχεση» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λιβάνη και εξελίσσεται μεταξύ Συρακουσών και Κέρκυρας.  Μια ζώνη, η ζώνη της Ντιάνα, μιας τσιγγάνας που ντροπιάζει τη φυλή της… μια κατάρα που ακολουθεί την οικογένεια του Μάσιμο και ένα κορίτσι, η Τάμι, που άθελα της, αρχικά, θα βρεθεί να είναι μέλος μιας αντρικής ομάδας χάντμπολ προσπαθώντας να εξιχνιάσει έναν θάνατο.  Τον θάνατο του πατέρα της. Χαρακτήρες δυναμικοί και γεγονότα αριστοτεχνικά πλεγμένα μεταξύ τους.  Μίλησε μας λίγο γι’ αυτό.
Γ.Κ: Ένα βιβλίο πρόκληση για μένα εφόσον έπρεπε να διαχειριστώ ένα επικίνδυνο παιχνίδι μεταμφίεσης κι έρωτα. Μια ιστορία που παντρεύει το μεταφυσικό, με το αστυνομικό στοιχείο και πάνω από όλα τον έρωτα ,σε μια από τις πιο δύσκολες μορφές του. Η Τάμι κάτω από τη μάσκα της ανακαλύπτει τους δολοφόνους του πατέρα της, την κατάρα που ακολουθεί τον Μάσιμο ,τον άντρα που θα ερωτευθεί σφόδρα, την ίδια της τη μοίρα.  Ο Μάσιμο από την άλλη έχει να παλέψει με τα γραμμένα, με τον χρόνο  και τον αδυσώπητο εαυτό του.  Οι χαρακτήρες των ηρώων πραγματικά με μάγεψαν κατά τη συγγραφή αυτού του βιβλίου και με παρέσυραν στον δικό τους κόσμο, σε έναν κόσμο πλασμένο από φως και σκοτάδι.
Ν.Μ. Τους ήρωες τους… ‘’πήγαινες’’ εσύ ή κάποια στιγμή σε ‘’πήγαιναν’’ εκείνοι εκεί που ήθελαν; 
Γ.Κ:  Ξεκίνησα με σκοπό να οδηγήσω εγώ τους ήρωες μου αλλά όπως σε όλα μου τα συγγραφικά ταξίδια, κατέληξα να περπατώ ως την γραμμή του τέλους πιασμένη χέρι χέρι μαζί τους.
Ν.Μ.  Έχεις ταυτιστεί με κάποιον από αυτούς για κάποιο λόγο;
Γ.Κ: Πάντοτε ταυτίζομαι με τους ήρωες μου ακόμη κι αν είναι κόντρα στη θέληση και τον χαρακτήρα μου. Προσπαθώ απλά να μπω στο μυαλό και την ψυχολογία τους ώστε να τους κατανοήσω βαθιά και να είμαι έτσι ικανή να μεταφέρω τις σκέψεις και τις πράξεις τους  στο χαρτί.
Ν.Μ. Το διαβάζω αυτή την εποχή και ομολογώ πως οι περιγραφές σου σε ότι αφορά τις περιοχές είναι τόσο λεπτομερείς που κάποια στιγμή πίστεψα πως βρισκόμουν εκεί.  Έχεις επισκεφτεί αυτά τα μέρη τα οποία περιγράφεις με τόση λεπτομέρεια;
Γ.Κ:  Θα το ήθελα πολύ να μπορούσα να επισκεφτώ όλα τα μέρη για τα οποία γράφω καθώς  λατρεύω να ταξιδεύω εγώ και οι αναγνώστες μου μέσα από τα βιβλία μου σε διάφορες γωνιές της γης. Όμως παρόλο που είναι αδύνατον να επιτευχθεί αυτό οφείλω να ομολογήσω πως πριν ετοιμάσω ένα βιβλίο κάνω μια ενδελεχή έρευνα γύρω από όσα θέλω να εξιστορήσω και να περιγράψω ώστε να είμαι όσο το δυνατόν πιο σωστή απέναντι στο αναγνωστικό κοινό μου μα και στον εαυτό μου.
Ν.Μ. Από όλα τα βιβλία που έχεις συγγράψει υπάρχει κάποιο που ξεχωρίζεις και θεωρείς πιο αγαπημένο σου;
Γ.Κ:  Κάθε ταξίδι είναι μοναδικό και κυοφορεί στις σελίδες του κάτι ιδιαίτερο και ξεχωριστό από εμένα την ίδια  και από  τα συναισθήματα μου.  Δεν ξέρω αν μπορώ να σου απαντήσω σε αυτή την ερώτηση αλλά μπορώ να σου πω πως διακαώς περιμένω τη στιγμή που θα δω να επανεκδίδονται τα βιβλία μου που για άτυχους λόγους βρέθηκαν πολύ νωρίς και δίχως καν να τα γνωρίσει το αναγνωστικό κοινό, εκτός αγοράς.
Ν.Μ. Με τι άλλο ασχολείσαι εκτός από τη συγγραφή; Ποια άλλη τέχνη θεωρείς πως σε εκφράζει;
Γ.Κ: Με εκφράζει μόνο η συγγραφή. Όμως ξεκουράζομαι καμιά φορά ζωγραφίζοντας.
Ν.Μ. Η  Γεωργία μια άδεια βαλίτσα με τι θα την γέμιζε;
Γ.Κ.: Με όνειρα, στόχους, φως, γνώση, σεβασμό και αγάπη.
Ν.Μ.  Τι σημαίνουν για σένα:
Οικογένεια :  Θεός
Φίλοι: Σύντροφοι
Βιβλία:  Ζωή
 Ν.Μ.  Θα σε ευχαριστήσω για ακόμα μια φορά και θα σε αποχαιρετήσω αφού σου ζητήσω να τραβήξεις την σκανδάλη του δικού σου μυαλού και  να αφιερώσεις στους αναγνώστες της στήλης  μας ένα ποίημα που σε εκφράζει αυτή την εποχή.
Γ.Κ:  Με ένα μπαμ  αφιερώνω στους αγαπημένους έλληνες του κόσμου, σε εσένα προσωπικά και στους αναγνώστες σου, το πεζό που έγραψα πριν από λίγο καιρό, παρέα με ένα τεράστιο ευχαριστώ!
Στους σκοτεινούς ωκεανούς σου καταδύομαι,
δίχως οξυγόνο παλεύω ενάντια στις μαγεμένες τους Σειρήνες
κι από ένα τραγούδι θεϊκό χάνεται η ζωή μου,
καθώς στην πλάνη των ματιών σου παραδίνομαι. 
Πέρασαν χρόνια από τότε που η ψυχή μου έψαχνε για θάλασσες,
ακούμπησα στεριά και φύτεψα λουλούδια για να ανθίσουν
και λάτρεψα το φεγγάρι από μακριά και δίχως απληστία.
Μα τούτες οι ορδές των άστρων που αναστατώνουν την γαλήνια μου νύχτα
με μιας μόνο ματιάς σου τη λαμπερή γητεία
ουράνιο σπαθί που κόβει στα δυο άνθη και γη
και χάσματα και θραύσματα σκορπίζει την ψυχή μου.
Να σε αγαπήσω δεν το διάλεξα .
Μα έκανα το λάθος να βυθιστώ στο απέραντο σου χάσμα, 
κι εκεί κάπου στη διαδρομή, 
γητεύτηκα, ξεχάστηκα και χάθηκα.

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Και η Nicoletta E ξαναχτυπά... αυτή τη φορά με την ΥΠΟΣΧΕΣΗ!

NiCoLeTa E. rated it it was amazing

Μπράβο, μπράβο, μπράβο!!! 


Για να είμαι ειλικρινής, είχα πάρα πολύ καιρό να πιάσω ελληνικό βιβλίο στα χέρια μου και έπειτα από το συγκεκριμένο βιβλίο, απλά δε θέλω να σταματήσω...
Νομίζω πως η κυρία Κακαλοπούλου, ανέκτησε την πίστη μου στην ελληνική σύγχρονη λογοτεχνία... γιατί τελευταία είχα παραιτηθεί από αυτήν!!! Παντελώς!!!


Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι το πρώτο μου δικό της βιβλίο και δηλώνω ερωτευμένη με τα προηγούμενα της και έχω τρελή εμμονή με το "Θεοί και Φύλακες" και τον Λεωνίδα συγκεκριμένα...
Όμως μια νέα εμμονή μου δημιουργήθηκε με το συγκεκριμένο βιβλίο και το όνομα αυτού... Μάσιμο!!!


Ζόρικος, σκοτεινός, δυναμικός ο Μάσιμο... ένας άντρας που δεν ήξερε τι έκρυβε μέσα του και τι δυνατότητες είχε η καρδιά του... Μεγαλωμένος μέσα στην σκιά μιας παλιάς κατάρα που κρεμόταν σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι του και προσπαθούσε με όσα είχε ήδη στα χέρια του να κάνει το καλύτερο δυνατόν... Το κακό είναι ότι η άποψη που είχε για τον εαυτό του ήταν η χείριστη και ίσως σε έναν βαθμό να είχε δίκιο, αλλά μέσα στην ψυχή του υπήρχαν πολύ περισσότερα απ' όσα πίστευε και αυτά του φανερώθηκαν με έναν παράξενο και ανορθόδοξο τρόπο...
{Μάσιμο}

"Ήταν ένας δαίμονας, ένας από τους αγγέλους για τους οποίους διάβαζε τις τελευταίες μέρες, αυτούς που εξωτερικά είναι τέλειοι, υπέροχοι και γοητευτικοί, ενώ εσωτερικά είναι ταγμένοι στο σκότος, εχθρικοί και δίχως ίχνος συμπόνιας." 

Ο πατέρας της Τάμι πέθανε άδικα και πολύ νωρίς και η Τάμι είναι απαρηγόρητη με αυτή της την απώλεια... Ο δρόμος της την φέρνει έξω από την σχολή χάντμπολ "Ζέφυρος "στις Συρακούσες όπου ο πατέρας της δολοφονήθηκε και από μια παρεξήγηση βρίσκεται να γίνεται μέλος της ομάδας, αλλά με λανθασμένη ταυτότητα ως αγόρι... Αυτό το βρίσκει ως ευκαιρία να μάθει περισσότερα για την δολοφονία του πατέρα της, αλλά τα πράγματα περιπλέκονται όταν γνωρίζει τον Μάσιμο Κονσίτο Αρά, τον ιδρυτή της ομάδας "Ζέφυρος" και ιδιοκτήτη του αρχοντικού και της σχολής...
{Τάμι}

"Κάτι την τραβούσε σαν μαγνήτης εδώ πέρα, κάτι πάνω από τις δυνάμεις της... Μήπως το αίμα του πατέρα της, που τόσο άδικα είχε χυθεί;... Δεν ήξερε να απαντήσει. Δεν μπορούσε να απαντήσει. Όπως δεν μπορούσε και να φύγει." 

Ο Μάσιμο έχει μια ιδιαίτερη αντιπάθεια προς το πρόσωπο της Τάμι (ή Κάρλο) και η Τάμι δεν μπορεί να καταλάβει το γιατί... Και το κακό είναι ότι μέρα με την μέρα η κοπέλα αρχίζει να ερωτεύεται τον απρόσιτο Μάσιμο... Επιπλέον, νιώθει να την τραβάει το παλιό αρχοντικό σαν μαγνήτης... Άγνωστο για ποιον λόγο...

Αλλά και ο Μάσιμο δεν είναι πλήρες αδιάφορος προς το πρόσωπο της, αλλά δεν μπορεί να επιβεβαιώσει τις υποψίες του και αυτό τον τρελαίνει...

"Αυτό το πλάσμα είχε την ικανότητα να διεγείρει μέσα του κάτι. Κάτι που εκείνος το χρειαζόταν και που δεν ήξερε τι ήταν..." 

Τι θα γίνει με αυτούς τους δύο???
Η Τάμι θα αποκαλύψει την ταυτότητα της??? Και ο Μάσιμο πώς θα το πάρει???
Και τι θα γίνει με την κατάρα των Κονσίτο Αρά που καταδιώκει τον Μάσιμο???

Υπάρχει μια ευκαιρία για τους δυο νέους???


"Ναι, δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν ένας σκοτεινός άγγελος. Ένα πλάσμα χαραγμένο από κατάρες, μίση και πάθη, που όμως την είχε γοητεύσει, κάνοντας την να τον αγαπήσει με όλο της το είναι. Ήταν δική του πια." 

Το βιβλίο αυτό είχε λίγο απ' όλα και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που το λάτρεψα...
Όμορφη πλοκή, υπέροχους χαρακτήρες... Έρωτας, μια κατάρα, μαφιόζοι, μυστήριο, σασπένς, μερικά υπερφυσικά στοιχεία... όλα δεμένα αριστοτεχνικά σε ένα υπέροχο γαϊτανάκι!!!


"Δε με ενδιαφέρει η κατάρα που κουβαλάνε οι Κονσίτο Αρά... Η άδεια τους ψυχή και η απάνθρωπη συμπεριφορά τους δεν επηρεάζουν την άποψη που έχω εγώ για τους ανθρώπους. Ούτε πιστεύω πως είναι όλοι αρπακτικά..." 

Όσο για την Τάμι και τον Μάσιμο??? Ήταν και οι δυο τους εκπληκτικοί!!!

Η χημεία μεταξύ τους ηλέκτριζε την ατμόσφαιρα ακόμα κι όταν η Τάμι υποδυόταν το αγόρι...
Είχαν έντονες στιγμές που δε μπορούσαν να σε αφήσουν ασυγκίνητο και τις λάτρεψα όλες τους!!!

"Ένιωθε τρομερά ευάλωτη. Άλλωστε ήταν η πρώτη φορά που ερωτευόταν, η πρώτη που η αγάπη τής χτυπούσε την πόρτα με θράσος, ξεπερνώντας τα εμπόδια και τις παγίδες που έβαζε εκείνη στον περίβολο της καρδιάς της. Αλλά ήταν μια αγάπη καταδικασμένη. Αν ερωτευόταν ένα αντικείμενο, θα είχε καλύτερη τύχη. Άψυχο εκείνο, άψυχος και ο Μάσιμο, αλλά αυτός είχε την δύναμη να την πληγώνει -ακόμη και να την διαλύσει αν ήθελε." 

Ήταν ένα υπέροχο ανάγνωσμα και το συστήνω ανεπιφύλακτα!!!!

Και σας αφήνω με ένα υπέροχο απόσπασμα από το βιβλίο....

"Το ότι ζεις δυο βδομάδες κοντά μου δεν σημαίνει πως έμαθες τα πάντα για μένα και τη ζωή μου!"
"Όχι. Αλλά έχω μάτια και βλέπω, αφτιά και ακούω."
"Έχεις μάτια, αλλά είναι τυφλά! Έχεις αφτιά, αλλά είναι κουφά! Δεν ξέρεις τι πάει να πει να μην έχεις χρόνο!"
"Το χαμόγελο και η αγάπη δεν έχουν σχέση με τον χρόνο. Δεν αγαπάς βάζοντας χρονικά περιθώρια...
...Κανείς δεν βιώνει την ευτυχία σε μάκρος, κύριε. Τη ζει στις στιγμές, σε όσα αγαπά και όσα του δίνονται σε μικρές δόσεις. Αν η ευτυχία ήταν κάτι που κρατούσε αιώνια, θα έχανε τη θαυμαστή της σημασία. Οι απογοητεύσεις είναι αυτές που μας υπενθυμίζουν ότι πρέπει να απολαμβάνουμε τις στιγμές της ευτυχίας."
 
(less)

Nicoleta E... στα Goodreads κι ένας τρόπος να κάνεις τον συγγραφέα ευτυχισμένο!


Jul 01, 2016NiCoLeTa E. rated it it was amazing

"Είπα να μη σ' αγαπώ
και, κοίτα,
ο κόσμος μοιάζει άδειος."
 


Για ακόμα μια φορά, η κα Κακαλοπούλου κατάφερε να μας χαρίσει μια υπέροχη ιστορία που άγγιξε την καρδιά μου...

Μίση, πάθη, κρυμμένα μυστικά, διαστρεβλωμένες αλήθειες, υπέροχοι ήρωες, κακοί ήρωες...
Ένα υπέροχο ταξίδι που σε ρουφούσε μέσα του και δεν ήθελες να ξεφύγεις από την δίνη του...
Φανταστείτε ότι παρόλο που το τελείωσα χθες την νύχτα, απλά ήθελα κι άλλο...

Και δυστυχώς για μένα, δεν έχω άλλο βιβλίο της Κας Κακαλοπούλου στην βιβλιοθήκη μου και ανυπομονώ για το επόμενο...

Η ιστορία μας ήταν αρκετά μπερδεμένη και όσο κι αν προσπαθήσω να σας την παρουσιάσω, δεν θα το κάνω σωστά... Πάντως ήταν πλεγμένη με ένα δεξιοτεχνικό τρόπο που σε έκανε να αγωνιάς για το τι θα συμβεί παρακάτω...

Οι δυο πρωταγωνιστές ήταν υπέροχοι και πολύ βασανισμένοι και η μοίρα έφερε τον έναν στον δρόμο του άλλου για να φέρουν φως στα σκοτάδια τους...

Ο Λουγκ ΜακΝάιτ ή Περσέας Στεργίου ήταν ένας φοβερός άντρας!!!
(Χριστέ μου, δε ξέρω γιατί αλλά όλοι οι ήρωες της Γεωργίας, είναι μπουκιά και συχώριο!!!)
Ο Περσέας ήταν σκοτεινός, μυώδης, άγριος, ταλαντούχος, βασανισμένος στην ζωή του, αλλά ταυτόχρονα ήταν γλυκός, ευγενικός και δίκαιος... Εντάξει, ήταν λίγο ζόρικος, αλλά με έναν εντυπωσιακό τρόπο....

{Λούγκ/Περσέας}
Η ζωή του φέρθηκε σκληρά από την γέννηση του κιόλας, αλλά αυτός κατάφερε να γίνει ένα μεγάλο αστέρι...

Τώρα στα 31 του πηγαίνει στην Ελλάδα, με σκοπό να πάρει κάτι που δικαιωματικά του ανήκει, αλλά τα πράγματα περιπλέκονται και ο δρόμος του ενώνεται με της Ειρήνης και τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο πολύπλοκα...


"Τη μισούσε και την ήθελε. Ήταν γι' αυτόν μια όαση που απείχε χιλιόμετρα καυτής άμμου κάτω από ένα θανατηφόρο ήλιο, και το μόνο που μπορούσε να έχει από αυτήν ήταν ο ψευδής αντικατοπτρισμός της." 

Η Ειρήνη κουβαλάει μέσα της πολλές ενοχές και τύψεις... Κάποτε εξαπατήθηκε με άσχημο τρόπο και αυτό το γεγονός είχε τρομερές συνέπειες στην ίδια και την οικογένεια της... Παρόλο που έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, ακόμα δε μπορεί να το ξεπεράσει...
{Ειρήνη}
Επιπλέον, δεν αφήνει κανέναν να πλησιάσει την καρδιά της...

"Οι άνθρωποι δεν ήταν αυτό που έδειχναν. Είχαν πολλά μυστικά κρυμμένα. Μίση και πάθη, έρωτα και προδοσία. Το πικρό ποτό της προδοσίας ήταν από τα χειρότερα που θα μπορούσε να δοκιμάσει. Και μόλις είχε πιει ένα ολόκληρο ποτήρι..." 

Εξαιτίας μιας είδησης που λαμβάνει, αποφασίζει να γυρίσει πίσω στην Ελλάδα και να παλέψει για αυτά που της ανήκουν!!!!
Αλλά δυστυχώς η μοίρα την φέρνει αντιμέτωπη με τον γιο του πρώην άντρα της και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο...


"Με έκπληξη ανακάλυψε ότι τον εμπιστευόταν. Την είχε σώσει, την είχε κρύψει, την είχε στηρίξει, και πάντα της έλεγε την αλήθεια καταπρόσωπο. Την τσιγκλούσε και την κέντριζε. Ήταν πανέξυπνος και είχε ανακαλύψει εύκολα πως η πανοπλία της ήταν από αλουμίνιο και μπορούσε να την τραβήξει δίχως ιδιαίτερη προσπάθεια. Αυτό τη φόβιζε, αλλά για κάποιο λόγο την ευχαριστούσε κιόλας. Ήταν σαν να την ξυπνούσε από μια βαθιά νάρκη." 

Ο Περσέας και η Ειρήνη θα ενωθούν για έναν κοινό σκοπό, παρόλο που δεν συμπαθεί ο ένας τον άλλον ιδιαίτερα... Και οι δύο εκπροσωπούν κάτι μισητό για τον άλλον και αυτό περιστρέφεται γύρω από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο...
Όμως καθώς περνούν περισσότερο χρόνο μαζί, τόσο η έλξη ανάμεσα τους φουντώνει και γίνονται έρμαιο της, παρόλο που της αντιστέκονται....


"Μόνο μαζί της ένιωθε πως έβρισκε αυτό που είχε χάσει από παλιά. Μόνο μαζί της η μοναξιά του εξαφανιζόταν. Δεν ήταν πια το αστέρι που έλαμπε μόνο και παγωμένο στον ουρανό. Ήταν άνθρωπος. Με σάρκα και οστά. Οι δυο τους μπορούσαν να καταλάβουν ο ένας τον άλλο, ακόμη κι αν τους χώριζαν τόσα."

Το κακό είναι ότι και οι δυο τους έχουν λανθασμένες εντυπώσεις για τον άλλον και τις προθέσεις του και αυτό ήταν που με έκανε έξαλλη....
Τόσος χαμένος χρόνος.... αλλά δε φταίνε μονάχα οι ίδιοι τους...
Υπήρχαν πολλοί άλλοι που έμπαιναν ανάμεσα τους και ήθελα να τους σκοτώσω...


"Τον αγαπούσε... Όχι, όχι, τον λάτρευε. Θα έλεγε κανείς ότι εκείνος είχε παλέψει για να το καταφέρει αυτό. Την είχε τσιγκλήσει, την είχε μαγέψει, την είχε λυτρώσει, και τελικά του πρόσφερε την καρδιά της στα δυο του χέρια. Δεν ήξερε όμως ότι την ήθελε για να την κάνει θυσία, για να τη λιώσει ανάμεσα στα δάχτυλα του και μετά να την πετάξει για να σκορπίσει στον άνεμο."

Πάντως ήταν ακόμα μια καταπληκτική ιστορία από την υπέροχη πένα της Γεωργίας γεμάτη έρωτα, πάθη, πόνο και πολύ περιπέτεια!!!
Ακόμα και να μην το ήθελες, ήταν αδύνατον να μη μείνεις ανεπηρέαστος απ' όσα συνέβαιναν!!!

Επιπλέον υπήρχαν κάποιοι δευτερεύοντες χαρακτήρες που ήταν εκπληκτικοί, όπως ο Μπορ και η γιαγιά Ντόρα...
Αλλά και κάποιοι άλλοι που ήταν απαίσιοι και δε θα δίσταζες ακόμα και να τους σκοτώσεις με τα ίδια σου τα χέρια...
Πραγματικά, ήταν μια υπέροχη ιστορία και τώρα που τελείωσε, δεν ξέρω τι να διαβάσω μετά!!!!
(less)

GODS AND GUARDIANS is looking for publishers or agents abroad

 (The beginning of my book GODS AND GUARDIANS ....  fantasy-reality literature.Titans,  ancient Greek gods a prophecy, a love beyond all limits! This book is looking for a publishers or agents abroad)

“I’ve told you that ancient gods are unworthy of speech”, Leonidas, or Leo as I used to call him, repeated to me once more and turned his back to walk away from my side with an ironic, full of depreciation look.
            I gave him a sincere, wide smile, one of those that made him so many times fret and closed the book I had bought on TV sales  and spoke of the ancient gods and their relation to modern history. Fairytales that charmed me and provoked my interest.
            Since I was a child I had a huge obsession for anything related to the deities of the antiquity. My love for them would start from Greece and go till the Far East and the depths of all centuries. I didn’t know exactly what was it that had driven me into this passion, though many times I recall my mother talking to me since I was in the crib about the achievements of  Zeus,  his intriguing but no so unjustifiable wife and the ones of his countless children. Maybe that’s why I had finally decided to study archeology. I couldn’t see myself in any other industry apart from this one.
            I raised my eyes and gave a gaze on Leo and his totally comfortable movements till the sit in the opposite side. Definitely a lot of other women would gaze along with me fascinated by his mysterious and tough looks. He was a young man who would draw the attention of the opposite sex with every step he would take and would dissipate it with his every word. I smiled wider and he gave me an unsearchable glance. His eyes, wonderful with split edges and green like the eyes of a cat, looked at me beneath his dark brown forelock that would fall messy on his beautiful and at the same time masculine, triangular face. His eyebrows were technically thin and upright, his nose straight and two rough lips that would smile from slightly to never. He was thin and tall, neurotic and self confident. Yes! He was my friend and faithful guardian.
            I turned my head and noticed that indeed most of the women that were in the boat’s big room looked at him with particular interest. They were absolutely right. Maybe if I hadn’t known him since I was a child I would be in their position right now, if I hadn’t met Phoebus of course as none of them had that chance.
            In the thought of the Italian cousin, my cheeks became deep red. Perhaps this was because I had never seen a man more handsome than him. Him that I was traveling to meet... My heart started beating hard in the breast and I took a deep breath in order to come round. But before I could manage it, I observed Leo’s look that stood cold for a few seconds on me and the turned and wandered outside the window’s glass indifferently as if he could untwist something in the dark of the night.
            Why was he accusing me for? He couldn’t read my thoughts though I felt like he knew me like the palm of his own hand or even more if that is possible.
Leo showed up in my life when I was in the tender age of seven years old. I hadn’t met my father because as my mother had told me he had left this lad to travel in heaven and we couldn’t follow him yet. Of course, she wouldn’t talk to me about him in general so I initially believed that she was just hurt every time she mentioned him. Later I understood that probably something else was happening. I don’t know exactly what that was and if my father had died, I’m not even sure of that, but she would show no real interest into the being that marked her life by offering her me. The truth is that when I was younger I would ask various questions but as I grew older the more I forgot. Maybe because by meeting Leo, the blank of the male element that was missing from my life was in some way filled in.
I was living in my village located on the fringes of mount Olympus when I first met him. It was a small, quiet place, filled with people warm and joyful. My mother lived there from the beginning. She had moved a little while before my birth from Athens where she had lived the youthful years of her life.
            I was growing up calmly, with the love and protection small societies can often offer. In these societies where life flows with slow and mild paces, anything new comes as a sudden flurry to shake up everything. Like that, when my dear friend with his foster parents came to live there, I learned it immediately as it was natural. With no second thoughts I left the spot where I was playing with sand and soil as the other children that accompanied me and ran to take a look at the removal.
            I immediately had noticed the tall and thin boy with the straight brown hair, short to the neck but longer in the front, that fell wildly in the eyes trying to reduce of the cold gaze. He looked extremely interesting because most of the boys I knew had always this look of a man who observes with stupefaction, giggle and laugh at everything. So I remained to stare until I realized that he at the same time had me as an observation subject. With my little mind I couldn’t figure out the reason although I quickly gave him a wide smile, one of the ones I used to give away at everybody with no precaution. Then he had darkened even more and had turned his head elsewhere like he probably did every time I irritated him.
            He was six years older though he never looked like that. He was always very serious and mature for his age. He was in high school when I met him but he went to university with me…
            I froze looking at him contemplating. He had chosen to postpone his studies working as a guardian in a private protection company and returned to it when it was definite that the time for mine had come. So the last two years we ended up…fellow students and roommates because nonetheless I preferred him to anyone else to be close to me. Together in the most times of my life and apart at the same time.
            I sighed and looked at him with more intensity.
            Leo always had the way to walk on the same path as me but also keep a certain distance. He was my friend, my roomy, my psychologist as he had the tendency to listen to me endlessly speaking while he wouldn’t open his mouth to say a word, and finally my guardian! He would stand by me always but at the same time he would step aside when I made friends with others but him, when I wanted space and time, when I tried to touch him… Even in the most difficult time he stayed standing close to me without touching me, giving me courage just with his presence.
            The only times I can clearly remember him spreading his long, neurotic and stable hands on me are the ones I was in danger of something. The first time this happened was during the first months of our acquaintance. Young, with absolute sense of freedom and being indifferent to every danger I had climbed the stairs of the house and was wandering how far I could jump every time in order to avoid the stairs beneath.  The first one was alright, it was easy anyway, and so were the second and third but when I reached the fourth one I got impetus to jump, then he came out of nowhere to grab and hold me.  This happened several times and in various time periods. He was always around to prevent and restrain every fall or accident. In the end I had figured it out and was trying to provoke his intervention, having fun with it. I was jumping over ditches, climbing trees and doing any kind of nonsense that came to my nonexistent mind, in order to bring him close to me and protect me. Finally, one day when I tried to do it again on purpose by letting my hands off the bike’s steering  wheel and having just learned how to drive it without training wheels he looked at me with a cruel look and indignation and turned his head around on purpose pretending he wasn’t seeing. As it was natural the bike leaned and I got a big scratch on my femur, blood on my ankle and a tatty ego. This certainly was the last time I tried to challenge my luck!
            So in time he had managed things that to others seemed from curious to weird. My good friend Anita, classmate and friend since primary school and permanently in love with him, had several times mentioned our relationship as one of the most enviable and bizarre incidents. But who could possibly psychoanalyze Leo? He was neurotic, rude, dark and unapproachable while at the exact same time faithful, calm, strong, discreet …
For a girl happy and kind of dreamer like me, with no father since childhood and after the loss of the mother…with just a few relatives and the only person that interests her miles away he was like a gift from heaven..
            Talking about myself I could give a lot more characterizations but the most valid would be the one of being spontaneous. I would say what I wanted to say, laugh easily and could make friends in a second, I wasn’t thinking badly of other people, I thought everyone in the world was kind and I wasn’t particularly serious or mature, nor special. I didn’t stem from a noble generation and had no especial luck. It was just me. Ordinary and continually happy. Anita had told me not a few times that my sign of the zodiac was to blame for this. Sagittarius!
            I would like to nestle down into the pages of my book once more but my friend had pulled me away from it and right now I didn’t feel like reading at all, so I got up to stretch. Leo did not turn his head towards me but I know he had seen me getting up. I took a few steps on the red and brown fitter carpet of the lounge and loafed at the people lying half-asleep in the airplane seats of the ship. A company of young people turned towards me and observed me in interest making admiration exclamations that were as welcome as never before, while trying to look indifferent. After all, I want to be very beautiful now. When I meet Phoebus, I want to steal his mind as he had stolen mine!
             I moved a little more and opened the heavy door that was leading to the deck. The night was starry and the humidity made the smell of the sea, which was lying asleep underneath the paunch of the boat that was purring contented in its course, even more intense. I leaned on the wet gunwale and my mind ran to him. I remember him in my life since always. He would come during summers along with his mother and stay in our house just for a few days. My mother and his were related and from what we knew of she had been married to an Italian and followed him to his country. Phoebus was their only child.
Of course I believe that they didn’t have to have another one! They had given him the best anyone could have genetically given to a child. Light, beauty, charm! His long, until the shoulders, straight and layering hair, adorned unruly and daintily at the same time, with golden color his beautiful head. Two big blue eyes that escaped the limits of blue to be purple lighted in melancholy a flawless face with soft ankles, fleshy lips and absolute symmetry of characteristics. A little older that Leo and a little taller too, but thin with a perfect body. Calm, melancholic and serious, he always had a smile to give to that indifferent little girl I was. Each smile of his could surely make an amphitheater full of girls including me pass out at once.
I sighed.
            His letter inviting me to go close to him was the most wonderful thing I had lived the past few years. Despite the fact that I was a student and my life should be full of happiness and revelry I had just experienced a tragic fact…I lost my mother…This thought suddenly brought the darkness in me. It was six months since mother decided she had to follow father’s path to heaven. And I would have been alone if it weren’t for Phoebus and Leo….
            With the tip of my eye I got a movement on the other side of the deck. He had leaned lazily as he always used to do on the wall and had his hands in the pockets of his cotton pants. He wasn’t looking at me. He looked straight ahead in the darkness of the fastening.
“It’s really beautiful here” I almost whispered to him, still influenced by the previous thoughts…
“Hmmm” was the only answer.
I smiled. Frugal as always. “In how many hours will we be there?”
“At seven am we will reach Bari” he informed me with the same severe tone.
“What about afterwards?”
“Afterwards we will travel north to Rome and from there to Tuscany. Phoebus’s castle is located inside a forest.”
“It’s in a forest! How great!” I raised my voice in excitement. Bizarre and interesting place for someone to live in. “I hope we won’t get lost” I supplemented with a light questioning. “But didn’t you tell me; are you happy to see your friend?” I asked with quite an appetite to tease him.
   Leo did not speak and looked at him facetiously. Personal conversations were something like a big forbiddance X to him. He didn’t like talking about the things he felt and never did. But I could understand a lot of thing about this tightly reserved creature that accompanied me all these years.
   Since the first day they met, the two men of my life immediately showed they could not stand each other. And I say this because that’s what they really looked like doing.
   The two of them used to sit and talk. They kept a distance between them, looked at each other the least possible but it was obvious they had a lot of things to talk about. Leo behaved as he always did, he was distant and rigid and Phoebus as well was typical and melancholic. I observed them with my childish eyes and many times saw them observe me too in between their sayings that I would never hear though. Despite all these I felt like they could understand each other well and agree to what was important. I sensed that something connected them even though they were pretty different.
            Leo was adopted. It was a common secret but he also knew because one day when I told him his mother was calling for him he rushed into correcting me in anger that Tasoula was not his mother. This had made me upset because inside me I wanted him to be really happy thing he seemed to be not. On the other side, Phoebus had both his parents and lived far better considering the economical part. His clothes were always extravagant; he had studied music and never had to work, while at the same time he had various structures in his possession including a tower in Tuscany that he used like a music school.
            All these were the exact opposite in Leo’s life who had to work via the duration of all our studies in Thessaloniki. He was carrying this burden since he was really young. I never managed to understand where he found all that strength to work through the problems without saying a single word, not even expressing a complaint.
“When I’m with you I fear of nothing!” I teased him returning to present, though I truly believed what I was saying. “I know you will find the way though you already seem to know exactly where you‘re going!” I noticed the certainty in his attitude.
He gave me a serious look, “Your beloved took care of getting on my nerves with his recurrent instructions and then, there always is the phone” he admitted nervously.
“Oh!!” I kept my teasing tone. “You really believe he has an actual tower? It seems strange nowadays. I surely hear now and then in gossip shows for people with a lot of money from abroad that live in places like that but seeing in is something else,”
            He kept silent.
            I turned ahead and closed my eyes. I let the wet and cold atmosphere enter my lungs with bulimia. To be honest I didn’t care if Phoebus had a whole palace. I was so happy to see him again. The last time was when mother had died… he had learned and came with the first plane to be with me in that difficult time. He gave me his hug every time I bursted into tears and minded to wipe my tears and console me. His big mauve eyes looked at me with sadness and tenderness and that made the pain more sufferable, my loss less unbearable. He had taken care of everything and stayed for two days with me before he took the plane back home again. This departure of his was the most painful for me. But now he was inviting me to go to his home! He was inviting me close to him for the first time!
It took him so many years to do this and I wonder why took him so long…
            Leo entered the interior of the boat as quietly as he had come out. I decided to follow him and let myself fall asleep. I needed the sleep since due to the excitement of the trip I was sleepless for two days already and I don’t think I would like to get to Italy being worn.
            I got as comfy as I could on my seat and closed my eyes. The voices around had now silenced and I could calm. I waited for a while till I started getting dizzy and in the end sleep didn’t take long to touch me.
I sank slowly, with pleasure even to the most unapproachable parts of my mind and it rushed into giving me a weird and scary dream.
            I got in a scene wild and wonderful at the same time. It looked like a virgin forest and sacred as the ones I watch on TV in documentaries or better in adventure movies since there where ancient ruins all around. Nature was rich. Tall and thick trees opened holes in the earth and sprouted in order to touch the sky. Their branches forked and embraced making thick knitting that darkened the sky, thick plants hanging from one another and the humidity covered everything from top till the shooting ground that was covered in plants and lichens. Between all these, white marbles, pieces and remains of another era lied scattered here and there, like they had also germinated along with the grass and the dull wild flowers. The light around was weak. I could not understand if the sun was sinking or rising, but there was an atmospheric red color that dyed everything with blood and made them look creepy.
            I was wearing a white silk dress that covered my body till the ankles but was so graceful that I almost couldn’t feel it on me. Across from me in a little path among the thick wooden trunks a sort of a procession was taking place. Many beautiful young women dressed in red were walking one behind another in an absolutely modulated pace. Their faces were severe but in none of them were the characteristics obvious in fact. It was like I couldn’t understand them. At the end of the procession there was a man. Or that is what I believe anyway. His presence was powerful and dark while he was giving off something ominous that hurt my guts. I stood still and watched groggy. He was very tall and thin, huge while the same as the women ahead. His face was dark but curiously charming with a magnetism that swallowed me though there was nothing there. Two dark spots for eyes that seemed to be fiery eradicated everything else. He turned his look on me and I felt like sinking and vanishing. A swirl pulled me down. I tried to move in fear but understood that my parts were paralyzed. This made my heart slam with force. My body was covered with cold sweat and I tried to move once more but his look kept me transfixed. The more he approached the more I was vanishing, the more intense was my need to get away…
            I woke up bathed in sweat. My scared eyes searched in the low lighting of the night boat for the form of Leo. He had his head tucked and was sleeping as the rest of the people around. I was breathless. This dream was one of the most weird and scariest dreams I had ever seen. I don’t know what was it that had scared me so much; the form of the man, his eyes devouring me or that peculiar sense of danger? All together and nothing at all.
              I drank a small mouthful of water from the bottle I carried in my bag and wiped the sweat from my forehead and neck. My tiredness and anxiety for the trip had psychologically affected me and that probably came out from my subconscious. On the other hand if I lived in ancient Egypt they would tell me that Bes, god of dreams, was using the theory of the opposites and had sent me this dream to tell me that wonderful things will happen to me and I should not be afraid. Perhaps that scary man was the spectacular Phoebus and the fear I felt was the joy and happiness he would offer me.
            I smiled to my own explanation despite the fact that something inside me was still intensively reacting and pulled the sleeping bag until my shuddering waist. My heart may have been pulsing in fear but I should pay no mind on dreams. Or at least that’s what I wanted to believe. After all it was reality that mattered and I needed to get a rest.


            “Helen…” Leo’s voice came to my ears from far and awoke me.
I opened my eyes and saw his fully green looking at me with warmth. That made me blink in surprise but when I recovered the centre of my attention, his face had the usual self-righteous and distant vein underneath the disordered wisps of his hair. This is it, I thought intimidated. This is Leo as I know him.
“What happened?” I asked while stretching my hands to get rid of the numbness. “Are we there yet?”
He nodded in the affirmative and laid a plastic cup of French coffee that smelled like heaven to me. “In a few minutes.”
   I grabbed the cup with longing and sipped a mouthful of the coffee that hot and sweet as it was plummeted on my dry throat.
            People around had started rising and packing their luggage. They all seemed tired of sleeping on the chairs of the boat and with no particular energy. But I was different. I have always been different. The blood had already started streaking inside me, perhaps because of the coffee or my joyfulness we had finally gotten to Italy. Nevertheless, apart from my beloved, it was the first real trip I ever had.
I got up with pleasure, despite my friend’s bored look, I cared to wash myself and talking about this or that it was time for us to debark.
Leo had his stepfather’s car with him. It was a little Japanese car, many years old but as tough as a mule. We got in and set off.
            Bari was a town still asleep. The sweet light of morning licked the buildings and the wide streets, the few and bleary passersby on the pave walks. We got out of the city quickly before I made it to see anything special and got into a big motorway. I was chirping happily for anything I saw before me. I was impressed by the hundred thousand acres of olive trees that scattered on the sides of the road, the vineyards and wheat. The soft air that formed streets among them and moved them in a sweet symphony, in a mystic soundless music, was making living paintings for my eyes. All the signs were in Italian only so I often was forced to quit the observation of the scenery to consult the map that I cared to obtain before I left homeland.
            My friend was driving with consent and serenity. He was not speeding and always had his eyes set on his course. He cared to make two or three stops in rest areas that were situated on national way so we could stretch and take some coffee or something to eat. As the distance was reducing my agony was growing bigger. I wanted to jump over all these kilometers and get to Phoebus more quickly. To kind Phoebus.
            After several hours of road trip and after starting to shut up in the end, understanding that perhaps I was getting on Leo’s nerves with my verbiage, we got into Tuscany. We had passed out of Rome and despite my intense desire to stem the trip for a while and visit the city, the need to get to our destination proved to be bigger. We got off the main street and turned right to move east that is the backbone of the country. The growth became thicker and our course started being uphill. A quarter later we saw the first sign “castel de la foresta” which means “castle of the woods” and it was the one Phoebus owned. We turned left and got in a provincial road that led straight into a rich forest. We moved among impressive, tall trees that were meant to cover the sky and make a heavy shadow beneath, full of strong smells of plants and humidity. This place brought my dream in mind for a second, but I rushed into driving away this thought and leaning on the window, took my face out on the fresh air to enjoy the wild beauty of the landscape. For five to six kilometers we moved on like that following more signs, inside this imposing, beautiful and at the same time scary landscape that surrounded us, when we suddenly got to a glade.
Then...we saw it.
            A tall and old building, remain of many years. It was totally imperious, aesthetic and dynamic, and in an absolute harmony with the environment. 
It was made of grey, green and ivory rocks. It consisted of two departments that were pieced together in a central gate and surrounded by a common external wall. From the one side, squared and tall stood a building more like a nowadays structure with small skylights and windows. On the other side, there were four cylindrical buildings in various sizes, the biggest of which, in the background, trying to outreach the front ones in order to highlight its beauty. It had faded green cones as roofs, decorated with chimneys and countless windows to have enough of the rich Mediterranean sun. The plants were spread on the external walls with bulimia to join their bodies with them in an erotic bargain, constructing a cover of greenery. Amaranth, yellow and pink flowers enriched the décor with colors and scents while small, trimmed trees prowled the wall with symmetry.
I got out of the car bewitched.

“Now you can close your mouth” murmured my friend next to me with irritation, “here comes Phoebus”.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Παραμύθια δίχως όνομα

Τα παραμύθια δε πρέπει να έχουν όνομα...Πρέπει όμως να έχουν μορφή για να μπορείς στο τέλος να τα αγγίξεις. Τότε παύουν να είναι παραμύθια και γίνονται στόχοι που κατέκτησες, όνειρα που υλοποίησες, προορισμοί που έφτασες... και είναι όλοι δικοί σου! Ολόδικοι σου! Τότε τα παραμύθια αποκτούν αυτομάτως και την ονομασία τους... γίνονται εσύ! 
Γ.Κ