Δημιουργώ ονειρόκοσμους καθώς είμαι απόφοιτη από το πανεπιστήμιο της μαγείας των ονείρων που εδρεύει στις παρυφές του Ολύμπου και στις ράχες των κυμάτων της θάλασσας που δροσίζει τα πόδια του... Μικροί θεοί οι δημιουργοί, μικροί κληρονόμοι και κλαδάκια ενός πελώριου συμπαντικού δέντρου θετικής ενέργειας.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Καλά Χριστούγεννα


Σαν τί μοιάζουν τα Χριστούγεννα;
Σαν ένα κομμάτι σοκολάτας γάλακτος στο στόμα μικρού παιδιού.
Σαν το γυμνό νεογνό λίγα μόλις δευτερόλεπτα μετά τη γέννηση επάνω στο κουρασμένο στήθος της μητέρας.
Σαν το γλυκό χνώτο του αγαπημένου πριν από ένα ποθητό φιλί.
Σαν το ζεστό κράτημα ηλικιωμένου ζευγαριού που περπατά αργά πιασμένο χέρι-χέρι στο δρόμο.
Σαν ένα χαμόγελο κρυφό από περηφάνια ή ανακούφιση.
Σαν τον ήχο από τις λέξεις ευαγγελίου σε ερημική εκκλησιά.
Σαν ουρανό ξάστερης νύχτας το χειμώνα.
Σαν μελωδία εξωτική στην πιο βαθιά σιγή.
Σαν Φως....
Το φως της αυγής.
Το φως του κεριού μιας προσευχής.
Το φως στο πρόσωπο ενός απελπισμένου ανθρώπου που αντικρίζει και πάλι την ελπίδα.
Το φως που φωτίζει η αγάπη σε δυο μάτια.
Το φως που βγάζουν οι αγκαλιές, οι προσφορές, οι συγνώμες και οι ευγνωμοσύνες, το φως το δικό σου, το δικό μου, του διπλανού και του άλλου, το φως της φύσης, της ζωής, του κόσμου ολάκερου...
Το φως ενός Θεού...
Ενός Θεού, που επέλεξε τις πιο σκοτεινές μέρες του χρόνου για να γεννηθεί και να το κουβαλήσει δώρο ακριβό. Ένα δώρο για να μην χάνουμε ποτέ μας τη ελπίδα.

Καλά Χριστούγεννα αγαπημένοι μου φίλοι!
Υγεία, Ευτυχία, Καλοτυχία, Αγάπη, Χαρά!

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Να κοιτάς στα μάτια_ Άρθρο μου στο Writers Gang

Το άρθρο μου "Να κοιτάς στα μάτια" στο διαδικτυακό περιοδικό για την τέχνη και την λογοτεχνία Writers gang και τη στήλη Pull your trigger

http://writersgang.com/…/%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%C…/


Ξέρετε τι είναι τα μάτια; Δυο μυστηριώδεις λαβύρινθοι που γίνονται μονοπάτια κι οδηγούν παράνομα στο άβατο της ψυχής. Κι εμείς ξεχάσαμε να κοιτάμε στα μάτια και έτσι πάψαμε να αντικρίζουμε θαύματα…
Σαββάτο βράδυ,  σε ένα μικρό κουτούκι κάπου στο Λιτόχωρο, στα πλευρά του Ολύμπου, βρέθηκα να ακούω μουσική από παλιούς ρεμπέτες και να ευλογώ τον ουρανίσκο μου με ρευστή ρούμπινη πανδαισία, δώρο του θεού Διόνυσου που αναποδογυρίζει καπριτσιόζικα μυαλό και αισθήσεις φτιάχνοντας μικρά λούνα παρκ από διαθέσεις και προθέσεις, όλα όσα μπορούν να οδηγήσουν σε επανάσταση ή ακόμη και σε δράματα.
Αριστερά μου μια παρέα τεσσάρων παιδιών από τη Γερμανία. Δυο ζευγάρια που κάθονταν αντικριστά.
Τα μάτια τους λαμπύριζαν από τη συζήτηση και ίσως λιγάκι επηρεασμένα από το θολωμένο, λευκό ούζο που δάκρυζε δροσίζοντας τα μικρά διάφανα ποτήρια στην τάβλα. Τα χαμόγελα στα νεανικά τους πρόσωπα πλατιά και η διάθεση τους με μια γλυκιά υποταγή στον έρωτα, τη μουσική  και το αλκοόλ. Ο ένας νεαρός, ξανθούλης και γοητευτικός, συχνά πυκνά έσκυβε και ψιθύριζε στο αυτί της μελαχρινής κοπέλας σιμά του. Πλούσια σε καμπύλες, ακομπλεξάριστη,  σγουρομάλλα και άβαφη, εκείνη αποδεχόταν την εγγύτητα του, γελούσε δυνατά και ανταπέδιδε, ακολουθώντας ασυνείδητα με τη σειρά της τον αρχαίο χορό της πρόκλησης και της πρόσκλησης του θηλυκού προς το αρσενικό  Το ζευγάρι απέναντι τους, έπινε και λικνιζόταν στις καρέκλες του μαγεμένο με τις μαγευτικές μελωδίες από μπουζούκι και μπαγλαμαδάκι, νταλγκά και αποθυμιά.
Το βλέμμα κύλισε παραδίπλα. Μια παρέα από ντόπια νεαρά παιδιά. συναθροίζονταν με την αιτιολογία της ονομαστικής εορτής κάποιου εκ των παραβρισκόμενων. Όμορφα, φρέσκα, με την ευλογία της νιότης αποτυπωμένης στα φωτεινά τους μάτια μα ντυμένα τα περισσότερα στην απόχρωση του μαύρου σαν να φοβόντουσαν να ανοιχτούν, να αγκαλιάσουν τη ζωή, να κυλιστούν και να χαθούν στο χρώμα, να αποδεχτούν και να λάμψουν στο φως. Τα παρατήρησα με προσοχή νιώθοντας μέσα μου να σφίγγομαι από τρόμο και κάνοντας αναπόφευκτα συγκρίσεις…. Πού ήταν τα τραγούδια; Τα γέλια; Η τρανταχτή συζήτηση; Το παιχνίδι με τους φίλους, με το φλέρτ, με την στιγμή;
Στην πλειονότητα τους, κάθονταν σχεδόν αμίλητα γύρω από το τραπέζι, στραμμένα τα περισσότερα στις φωτισμένες οθόνες των κινητών τους, στους μικρούς διαβόλους της απομόνωσης που καταραμένα ήρθαν για να κλέψουνε ζωές. Η εικόνα των παιδιών ήταν παγωμένη, όλα με την ίδια σχεδόν έκφραση σαν σκιερός, εφιαλτικός πίνακας, ζοφερά αποτραβηγμένα από τους οικείους γύρω τους, από τη μυρωδιά του φρέσκου ψαριού στα πιάτα, του γλυκού κρασιού στα ποτήρια, από τις στιγμές, τις εικόνες, τις κουβέντες, τα μάτια…
«Σήκωσε το κεφάλι σου!!!»…. μου ήρθε να φωνάξω σε έναν από τους νεαρούς που είχαν αυτά τα καινούρια μοντέρνα κουρέματα.
Τι να το κάνω το στυλιζάρισμα; τα τσόκερ στον τρυφερό λαιμό των κοριτσιών, το στημένο κάθισμα, τα καλοδιατηρημένα από τη δίαιτα σώματα, τα αμπιγιέ ρούχα και το βαρύ μακιγιάζ που παλεύει να κρύψει τη γλυκιά τους νιότη;
Δεν είναι αυτά ζωή, με ακούς;
Δεν είναι αυτά βίωμα, ευτυχία! Δεν είναι αυτά έλληνας… Δε θα μας μάθουν οι ξένοι αυτό που πρέπει να κατέχουμε καλύτερα από τον καθένα, δεν θα αφήσουμε το ψέμα να κατακυριεύσει την αλήθεια.
Σήκωσε τα μάτια! Με ακούς;
Κοίτα! Κοίτα πώς είναι να ερωτεύεσαι, πώς τρυφερά αγγίζεις με δυο μάτια ουρανούς,  δυο ζεστές, αγαπησιάρικες κουβέντες κι ένα γοητευτικό, αλήτικο χαμόγελο στα χείλη.
Κοίτα πώς είναι να ζεις, με δράματα, οράματα, όνειρα και πάλη. Να πέφτεις και να σηκώνεσαι, να χτυπιέσαι στα βράχια του έρωτα, να σπας τα μούτρα σου στην καθημερινότητα, να αιμορραγείς από τις δυσκολίες της ζωής, ξέπνοος να ξαποσταίνεις για να σηκωθείς και να ξαναριχτείς με πείσμα στη μάχη, να την κόψεις τη ζωή με το σπαθί σου, να σκύψεις και να βαπτιστείς στο δικό της αίμα, να σηκώσεις το λάβαρο της νίκης στα δυο σου χέρια, να ορθωθείς στα αναχώματα, τους λόφους ή τα βουνά που κατέκτησες… να ζήσεις!
Σήκωσε τα μάτια, με ακούς!
Κοίτα, γύρω σου ρέει ο κόσμος, ποτάμι που περνά ο χρόνος, αφρίζει, αγριεύει, ορθώνεται και εσύ πρέπει να ρίξεις το καράβι σου στα κύματα του και να ανοιχτείς για τις θάλασσες που σου τάζει. Μην στέκεσαι στη στεριά, μη γίνεσαι θεατής, μην αφήνεις τα πόδια σου να γεμίσουν ρίζες. Γιατί ο χρόνος θα γίνει παλίρροια και θα ‘ρθει η μέρα που θα σε καλύψει και θα σε πνίξει και τότε, θα σκέφτεσαι πως δεν άνοιξες ποτέ πανιά για μαγικούς, επικίνδυνους κι ανεξερεύνητους ωκεανούς και πως μοιραία αφέθηκες στο τίποτε.
Σήκωσε τα μάτια! Κοίτα!
Βυθίσου σε εκείνα των συνανθρώπων σου, των ερώτων σου, της ζωής….
Στους δικούς της διαδρόμους, σου κρύβει παγίδες μα και δώρα, σου κερνά όλη την ουσία αυτού που είσαι.
Κυριακή ξημέρωμα και αναρωτιέμαι αν τούτος ο κόσμος καταλάβει πως οδεύει σε λάθος μονοπάτι και αποφασίσει να κάνει γρήγορα στροφή. Μου έχει μείνει μια γλυκόπικρη αίσθηση στο στόμα. Είμαστε εμείς και δεν είμαστε… Πότε αλλάξαμε και γιατί; Πώς γίναμε τόσο άκαμπτοι; Τόσο στυλιζαρισμένοι; Και συμφωνώ πως είναι πολύ όμορφο να βλέπεις  περιποιημένους, καλοβαλμένους και μοντέρνους ανθρώπους αλλά είναι ακόμη πιο όμορφο να αντικρίζεις γελαστούς, ανοιχτόκαρδους, επικοινωνιακούς και γνήσιους έλληνες.
Και το ξέρω καλά, πως εμείς όλα τα μπορούμε. Μπορούμε να συνδυάσουμε τις εποχές, την τεχνολογία με την παράδοση, το σαβουάρ βιβρ με την αυθεντικότητα μας. Άλλωστε το ένα δεν αναιρεί το άλλο και οι παλιοί το γνώριζαν καλά.
Καιρός να το θυμηθούμε πάλι κι εμείς!

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας Δεκέμβρης



Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας Δεκέμβρης...

Έλουζε τα μαλλιά του με χιονόνερο και μετά τα στόλιζε με ένα αστέρι Xριστουγέννων.

Κρατούσε ένα μπαστούνι από θύελλες, στα ματόκλαδα του κρέμονταν κρυστάλλινοι πάγοι και η ανάσα του μύριζε βροχή και καμένο ξύλο.

Έμοιαζε άγριος και σκληρός μα κάτω από το στήθος του φώλιαζε και φτερούγιζε η καρδιά ενός μικρού παιδιού. Κρυφά, έστρωνε παχιά κλαριά στα μακριά του γένια για να κοιμούνται τα φτωχά πουλιά και μάζευε μυστικά ευχές για να τις ταχυδρομήσει στα άστρα.

Νανούριζε γλυκόπικρα ένα Νεογέννητο που ήρθε στο σκοτάδι κουβαλώντας φως, κρεμούσε μυριάδες καμπανάκια στις άκρες των μανικιών του, πολύχρωμες γιρλάντες στην μακριά, λευκή κοτσίδα του και φύλαγε μικρές σταγόνες ευσπλαχνίας στον παλιό του σάκο και ολόφρεσκα μπουκέτα συγχώρεσης και αγκαλιάς. Αυτός δεν ξέρει και δε θα μάθει ποτέ να αγκαλιάζει, εσύ όμως, τον αγαπάς, γιατί είναι ο πιο μεγάλος δάσκαλος...



Καλώς ήρθες Δεκέμβρη!
Καλό Μήνα και Καλά Τυχερά, φίλοι μου!